Αναγέννηση 1

Πρόσφατα, ένα δίλημμα μεταξύ ενός ‘ναι’ και ενός ‘όχι’ δίχασε τους Έλληνες ψηφοφόρους στον βαθμό που γνωστοί και φίλοι κονταροχτυπήθηκαν σε κάθε τους συνάθροιση. Εν μία νυκτί, άνθρωποι με δεκάδες προσωπικά προβλήματα στο νου τους, κλήθηκαν να απαντήσουν σε ένα περίπλοκο ερώτημα, χωρίς επαρκείς πληροφορίες και σε υπερβολικά σύντομο χρονικό διάστημα. Το φαινόμενο όμως που αναδύθηκε κυρίαρχο σε αυτή την έξαρση, ήταν η αδυναμία στον διάλογο και ο φανατισμός, η υπεράσπιση δηλαδή μιας θέσης έχοντας σαν αρχή αφορισμούς και δόγματα. Άνθρωποι με κάθε μορφωτικό επίπεδο στρατεύθηκαν με αμετακίνητη σιγουριά υπέρ ή κατά μιας θέσης σε χρονικό διάστημα σκανδαλωδώς υποπολλαπλάσιο του χρόνου που απαιτείται για πολύ πιο ασήμαντες αποφάσεις όπως η αγορά ενός αυτοκινήτου ή μιας τούρτας. Γιατί συνέβη αυτό; Τι δείχνει αυτό για τη συλλογική μας συνείδηση; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;

Η πολιτική μας καταγωγή είναι δυσδιάκριτη στην καθημερινότητά γιατί όσο πιο βαθιά είναι ριζωμένη τόσο πιο οικεία μας είναι, τόσο πιο αδιάψευστη και θεμελιακή, τόσο πιο φυσική και ως εκ τούτου δεδομένη και ασυνείδητη, σαν το σχήμα του προσώπου μας και το χρώμα των ματιών μας. Ξεκινά από την οικογένειά μας, υπό τη μορφή ενός κώδικα συμπεριφοράς που δεν έχει σαν αρχή τις κομματικές κατευθύνσεις αλλά ένα αραχνοΰφαντο πλαίσιο αντιμετώπισης καταστάσεων που σχετίζονται με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Χάριν της κουβέντας ας ονομάσουμε αυτό το πλαίσιο ‘ηθικό κώδικα’. Έστω ότι ο ηθικός μας κώδικας είναι ένα δυναμικό (συνεχώς μεταβαλλόμενο) εξατομικευμένο φίλτρο ταξινόμησης του λόγου και της πράξης με κριτήριο το σωστό και το λάθος. Έστω ότι αποτελεί την αίσθηση του δικαίου μέσα μας. Διαμορφώνεται νωρίς και μας ακολουθεί όλη μας τη ζωή. Είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία οι αποφάσεις μας κτίζουν την προσωπικότητα μας και κατά προέκταση τη ζωή μας λιθαράκι-λιθαράκι. Χρησιμοποιούμε τον ηθικό μας κώδικα στο σχολείο, στον στρατό, στο επαγγελματικό περιβάλλον, στην επιλογή συντρόφου, στην επιλογή φίλων, στην ανατροφή των παιδιών κ.ο.κ.

Αν ο ηθικός μας κώδικας έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, τότε μια πιθανή απειλή στην αποτελεσματικότητά του, δεν θα δημιουργούσε απλά ένα παροδικό δίλημμα αλλά μια βαθιά αίσθηση φόβου για την αποστολή μας στη ζωή, και αν ο φόβος είναι ένα ισχυρό αρχέγονο ένστικτο τότε είναι αναμενόμενο πως έχει τη δύναμη να κυριαρχεί εις βάρος της λογικής, της σύνεσης και της ψυχραιμίας που απαιτούνται σε ανάλογες με αυτήν περιστάσεις. Άλλωστε αυτές είναι αξίες, που απουσίαζαν πάντοτε από την ‘Ελληνική’ παιδεία από την εποχή που υπάρχει. (όχι όμως την Ελλαδική)

Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνέφερε κανέναν να πληροφορήσει παρά μόνο να πείσει. Φαίνεται πως από τα κόμματα και τα κανάλια, μέχρι τον τελευταίο συνάδελφο και συνοδοιπόρο, η ενστικτώδης αντίδραση ήταν η υπεράσπιση –με κάθε μέσο- του εκάστοτε οικείου χώρου που εξασφαλίζει μεθυστική σιγουριά, αντί της ανοικτής επικοινωνίας, της δημιουργικής αντιπαράθεσης και της ενωτικής διάθεσης που ενδεχομένως να είχε σαν συνέπεια την αποκάλυψη ομοιοτήτων και κοινών και ίσως την σύγκλιση του πληθυσμού.

Αυτό το μαζικό φαινόμενο οδήγησε την αλληλεπίδραση των ανθρώπων στην ενίσχυση των αντιθέσεων (εμείς και εσείς) στην υπέρ-απλούστευση των επιχειρημάτων και στην διάσπαση. Τι ‘χες Γιάννη; Τι ‘χα πάντα.

Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ ενωμένη γιατί δεν υπήρχε ποτέ Ελλάδα. Η ‘Ελληνική’ ιστορία και η ‘Ελληνική’ ταυτότητα δεν ήταν ποτέ συμπαγής και δεδομένη γιατί δεν μπορεί να προσδιοριστεί ούτε γεωγραφικά, ούτε φυλετικά παρά μόνο, εν μέρει, γλωσσολογικά. Μια χώρα χωρίς ευδιάκριτη ταυτότητα γίνεται εύκολα ευάλωτη σε απειλές οποιασδήποτε μορφής και υπ’ αυτή την αρχή η συλλογική μας συνείδηση είναι οριακά ‘συλλογική’ και οριακά ‘συνείδηση’. Είναι μια αλήθεια πως μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους το 1822 (έγκριση του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος), έγινε μια σοβαρή προσπάθεια συμβιβασμού της πολιτιστικής ποικιλίας με εργαλείο την (διαχρονικά αποτυχημένη) Εθνική παιδεία που έκανε εκείνο τον καιρό τα πρώτα της βήματα αλλά αν διαβάσει κανείς τα σύγχρονα σχολικά συγγράμματα και παρακολουθήσει το πρόγραμμα των νηπιαγωγείων και των δημοτικών της χώρας θα νιώσει (περισσότερο παρά θα σκεφθεί) πως η «Εθνική ταυτότητα» είναι ένα κωμικό μωσαϊκό από ιστορίες και ήρωες που πασχίζουν να σκιαγραφήσουν μια ενιαία ταυτότητα και να την ταυτίσουν με ένα πλήθος ανθρώπων που ζουν στο νότιο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου.

Ως εκ τούτου, για να περιγράψουν την ‘Ελληνικότητα’ οι κάτοικοι θα επέλεγαν αναφορές από τον Δία, τον Περικλή και τον Μ. Αλέξανδρο, μέχρι τον Χριστό, το Βυζάντιο και τον Καποδίστρια. Συμπέρασμα: Όσες προσπάθειες και να έχουν γίνει για την ενοποίησή μας σε μια κοινωνία, δεν σταματήσαμε ποτέ να είμαστε μια συνάθροιση από κατοίκους που προσπαθούν να συμβιβάσουν τις ποικίλες πολιτιστικές τους καταβολές, να προστατέψουν τα ατομικά τους συμφέροντα και να υπερασπιστούν τις ατομικές τους πεποιθήσεις μέσα σε έναν νομικά κατοχυρωμένο γεωγραφικό χώρο που στον χάρτη ονομάζεται «Ελλάς». Για τον λόγο αυτό, ο «Έλλην» διπλοπαρκάρει, μπουκάρει στο καφενείο και γαυγίζει για την δικαιοσύνη και την ανομία. Γιατί μεταξύ των ατομικών του συμφερόντων και του δελτίου των 9, δεν υπάρχει ούτε κοινωνία, ούτε κοινότητα.

Αν υπήρχε και λειτουργούσε ουσιαστικά η έννοια της κοινωνίας και της κοινότητας, αυτό που ονομάζουμε ‘Ελλάδα’ θα ήταν κάτι διαφορετικό.

Πώς να αγαπήσεις μια χώρα όταν δεν σε συνδέει συνειδητά τίποτα με αυτή; Η ιστορία του γεωγραφικού μας χώρου είναι υπερβολικά πλούσια και περίπλοκη για να μπορέσει να αναμιχθεί εύκολα σε μια απλή αφήγηση. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι όσο το θέμα της ‘εθνικής ταυτότητας’ είναι αφηρημένο τόσο το μέλλον μας θα είναι ασταθές. Γιατί για να υπάρχει ομόνοια χρειάζεται ένα όλον και ένα πλήθος ανθρώπων που να πιστεύει μέσες-άκρες σε αυτό το όλον. Χρειάζεται η εθνική ταυτότητα; Πώς συνδέεται η κρίση ταυτότητας με τον παροξυσμό του πρόσφατου δημοψηφίσματος; Η ταυτότητα πηγάζει από την ιστορία και αν υπάρχουν ενιαία και αδιάψευστα στοιχεία που συνδέουν τον τόπο με τους ανθρώπους και την ιστορία του, υπάρχουν οι προοπτικές για την αποδοχή μιας συμπαγούς ταυτότητας. Αν υπάρχει και είναι λυτρωμένη από εχθρικά κατάλοιπα, φυλετικά κριτήρια και ιδεολογικές αγκυλώσεις τότε μπορεί να δυναμώνει και να ενοποιεί τους ανθρώπους. Υπάρχουν και κράτη χωρίς ισχυρή εθνική ταυτότητα που ευημερούν. Αυτή η ιδέα μπορεί να διατυπωθεί και διαφορετικά: Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ισχυρή συλλογική ταυτότητα χωρίς να είναι κατά προτεραιότητα Εθνική.

Σε αυτό το άρθρο, αυτό που προσπαθώ να υποστηρίξω, επιτυχημένα ή αποτυχημένα είναι κάτι δύσκολο και δύσπεπτο. Ότι η αβεβαιότητα της ‘εθνικής’ ταυτότητας μας δημιουργεί έναν συλλογικό φόβο που αντισταθμίζεται από τη θωράκιση των ατομικών μας συμφερόντων. Ο ίδιος φόβος, σε συνδυασμό με την υποδερμική βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται ποτέ να τα βρούμε, μας φορτίζει συναισθηματικά στον βαθμό που εμποδίζεται η ικανότητα του διαλόγου και η εξεύρεση κοινών σημείων αναφοράς. Κατά συνέπεια, είμαστε επιρρεπείς στη διάσπαση και την υποταγή.

Πώς θα ήμασταν σαν σύνολο εάν μας συνέδεε μια διαφορετική αφήγηση; Πως θα ήταν η σημαία μας αν κυριαρχούσαν βαρύτερα χαρακτηριστικά της ιστορίας όπως το ότι είμαστε ένα από τα αρχαιότερα κράτη στον πλανήτη που δεν ορίζεται από γεωγραφικά σύνορα αλλά την γλώσσα, τη φαντασία και την επιστήμη; Πως θα ήταν ο εθνικός μας ύμνος εάν αποδεχόμασταν ότι η Ελλάδα δεν είναι ένα κράτος αλλά ένα διακριτό πνευματικό κληροδότημα που ζει ανά τον κόσμο μέσα σε καρδιές και όχι μέσα σε γεωγραφικά σύνορα; Φυσικά και σε αυτή την περίπτωση θα υπήρχε ένα κέντρο, ένας γεωγραφικός προσδιορισμός που όμως δεν θα μπορούσε να είναι περιορισμένος σε συγκεκριμένες πόλεις, ούτε ιστορικά προσδιορισμένος απόλυτα βάσει συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Πως θα ένοιωθαν οι κάτοικοι του τόπου γνωρίζοντας πως από τη γέννησή τους, για ιστορικούς λόγους είναι πολίτες του κόσμου και για να είναι φορείς της ιστορικής συνέχειας δεν χρειάζεται να κάνουν το σταυρό τους και να πηγαίνουν να υπηρετήσουν στον στρατό αλλά αποστολή τους θα ήταν η διασπορά της γλώσσας, ο εμπλουτισμός του κόσμου με φαντασία και ευρηματικότητα, η προαγωγή της ανεκτικότητας και της αυτογνωσίας τόσο σε προσωπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο; Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικά της ιστορίας του τόπου; Γιατί θα πρέπει να κάνουμε έκπτωση στους συμβολισμούς που μας εκφράζουν μόνο και μόνο για να ανήκουμε στο ίδιο σύστημα προσδιορισμού που χρειάστηκαν όλα τα άλλα νεώτερα κράτη προκειμένου να ενισχύσουν τη συλλογική τους συνείδηση;

Η ιδέα που πρεσβεύω με αυτό το άρθρο είναι πως η συλλογική μας συνείδηση μπορεί να ενισχυθεί στον μέγιστο βαθμό εφόσον επιλέξουμε να αποδεχθούμε εναγκαλιστούμε με μια πιο ευρύχωρη αλήθεια : ότι η πολυδαίδαλη ιστορία μας χωρά τα πάντα, από τους δώδεκα θεούς μέχρι την ορθοδοξία, από τη δημοκρατία μέχρι την τυραννία, από την ακραία βαρβαρότητα μέχρι την απόλυτη φιλευσπλαχνία. Σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα θα ήταν η Μέκκα του δυτικού πολιτισμού και θα ήταν υπό προστασία στον αιώνα τον άπαντα.

Ύστερα, τα εφήμερα ‘ναι’ και ‘όχι’ θα ήταν ασήμαντα αλλά και γραφικά, ίσως να μην υπήρχε σύγκρουση και φόβος γιατί στη θέση όλων αυτών θα υπήρχε κάτι πολύ μεγαλύτερο και ιερότερο. Η βεβαιότητα πως δεν μπορεί να υπάρχει απειλή όταν η περιουσία των ανθρώπων βρίσκεται στην καρδιά και τα πνεύμα τους, κατοχυρωμένη από την ιστορία.

Χρειάζεται μια πολιτιστική επανάσταση που θα μετατοπίσει τις αξίες και τα ιδεώδη μας ούτως ώστε να χαρακτηρίζονται από την οικουμενικότητα, τη διαχρονικότητα και την πιστότητα που τους πρέπει. Αυτό θα είναι όμως το περιεχόμενο μιας άλλης σκέψης.

Για την Αρμονία

Για την αρμονία στην Ελληνική καθημερινότητα.

Μετά από μία προεκλογική αναμέτρηση και μια στα σκαριά και με τα ΜΜΕ σε προπαγανδιστικό παροξυσμό, γίνεται διακριτή η δυσκολία σταθεροποίησης της κοινωνίας (και κατά προέκταση της πολιτικής) σε μια ισορροπία λόγου και πράξεων που θα ευνοήσει την ανάπτυξη εποικοδομητικού διαλόγου. Το ζητούμενο μέτρο είναι ένα από τα προϊόντα της καλής αισθητικής. Ενός επίκτητου αισθητηρίου που διαμορφώνει με τη σειρά του τις απαιτήσεις που έχουμε από τον εαυτό μας και από το περιβάλλον μας.

Για τα τεκμήρια της καθημερινής ασχήμιας.

Μουσική στη διαπασόν, καυγάς από κάποιο ξένο μπαλκόνι και δυνατά γέλια τσαλακώνουν ένα κολλαριστό απόγευμα σε κάποιον ακάλυπτο χώρο της Αθήνας. Έκτακτες ειδήσεις διακόπτουν τον άκαρπο ίστρο του νεο-εισερχόμενου κομματόσκυλου που υπόμεινε πολλά για να του επιτρέψουν να γαυγίζει δημόσια σε έναν ακόμα αγώνα ντεσιμπέλ. Κοντινό, κάμερα δύο, το μάτς έχει τελειώσει και το αίμα στάζει από το κασκόλ του οπαδού. Άραγε, πότε το πάθος ονομάζεται υστερία; Πότε η έντονη συζήτηση ονομάζεται καυγάς και η υπερβολική αγάπη, αρρώστια; Είναι όλο αυτό γύρω μας ένας χύμαρος αυξανόμενων σε ένταση και πλήθος, αντίρροπων δυνάμεων που βρίσκει και χάνει την ισορροπία του ή η συνεχιζόμενη απώλεια του μέτρου και της αρμονίας σε μια κοινωνία που συνεχώς αποδυναμώνεται υπό το βάρος της ίδιας της στασιμότητας της;

Πρό λίγου καιρού στην Κωνσταντινούπολη της Τουρκίας οι οπαδοί του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού πλακωθήκανε στο ξύλο με αποτέλεσμα ένας οπαδός του Ολυμπιακού να καταλήξει στο νοσοκομείο με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του. Μια εβδομάδα αργότερα οπαδοί του Ολυμπιακού επιτεθήκανε με πέτρες στο πούλμαν με τους παίκτες του Παναθηναϊκού τραυματίζοντας 2 παίκτες. Οι κερκύδες, έχουν γίνει μόνιμος τόπος εκδήλωσης της ασχήμιας, της βίας και της βαρβαρότητας. Χαρακτηριστικά που ο δημόσιος δρόμος έχει κατακτήσει εδώ και δεκαετίες. Κατά την οδήγηση, είδικά στη μεγαλούπολη, βρίθει η ανευθυνότητα, η επικινδυνότητα και ο ατομισμός. Αν κανείς έχει οδηγήσει στην Αθήνα με τα χρόνια θα έχει σίγουρα διακρίνει και τη διαφορά στη συμπεριφορά των οδηγών. Ο δρόμος, ως δημόσιος χώρος γίνεται πεδίο αλληλεπίδρασης των χρηστών του και όπως σε κάθε όμοιο πεδίο η ελευθερία του καθενός οριοθετείται από τη δραστηριότητα των υπολοίπων. Σε αυτή την περίπτωση η υπέρβαση των ορίων αυτών, ταυτίζεται με την απώλεια του μέτρου, απαραίτητου συστατικού για τη διατήρηση της αρμονίας και της συνοχής στην κοινωνία.

Στην πολιτική η οποία προέρχεται από την κοινωνία, ο πολιτικός λόγος, έχει υποβαθμιστεί. Αρκεί να ακούσει κανείς πολιτικούς διαλόγους στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για να αντιληφθεί εύκολα τον τρόπο που η ελειπής ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης και της αρμονίας στην κοινωνία έχει καταφέρει ανεπανόρθωτο χτύπημα τόσο στην ικανότητα του διαλόγου όσο και στον αλληλοσεβασμό. Χάνοντας αυτή τη συνειδητότητα, κακοφωνεί μέσα μας η ιδέα που έχουμε για τον προσωπικό μας ρόλο στην κοινωνία με αποτέλεσμα να απαιτούμε από τη ζωή περισσότερα από όσα δικαιούμαστε, συχνά εις βάρος όλων των άλλων. Κάπως έτσι τα πολιτικά πρόσωπα, προϊόντα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, στερούνται της ευαισθησίας, της σεμνότητας, του σεβασμού και της αρμονίας που απαιτείται ούτως ώστε να αναμορφώσουν την κοινωνία με τον σχεδιασμό νέας πολιτικής. Αντ’ αυτού, οι πολιτικοί εκείνοι είναι καταδικασμένοι στην αναπαραγωγή του παρόντος συστήματος με αποτέλεσμα να μή βλέπουμε “άσπρη μέρα”.

Για την ανατομία της καθημερινής ασχήμιας.

Η καλαισθησία και η αρμονία, δεν αφορούν μόνο στη μορφή και το φώς αλλά και στην πνευματική-άϋλη δραστηριότητα των ανθρώπων. Η απώλεια του μέτρου και μη τήρηση των αναλογιών στη νοοτροπία και τις συμπεριφορές, γίνεται αντιληπτή από το συνειδητό σαν κακό ανέκδοτο αλλά και από το υποσυνείδητο όταν η λήψη εξωτερικών ερεθισμάτων προκαλεί νεύρα χωρίς προφανή λόγο, ένα φαινόμενο που ξεχειλίζει στις μεγάλες πόλεις. Ειδικά τότε, η ασχήμια αυτοτροφοδοτείται και αναπαράγεται οπότε και εδραιώνεται. Είναι μάλλον απαραίτητη η ακεραιότητα χαρακτήρα για να αμυνθεί κανείς απέναντι στη διάχυτη και συστημική ασχήμια. Θα βοηθούσε δηλαδή η ατομική καλλιέργεια έναντι της συλογικής, σαν πρόσχωμα ενάντια στην ανάπτυξη μιας κακο-καλλιεργημένης μαζικής κουλτούρας. Η εν λόγω ακεραιότητα του χαρακτήρα θεμελιώνεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, στο σπίτι και το σχολείο.

Η σχέση της αρμονίας και της εκπαίδευσης είναι τεκμηριωμένη επιστημονικά. Οι άνθρωποι, σε μικρή ηλικία, μέσα από τη σχέση τους με τον αθλητισμό, την ομαδικότητα και εκφαστικά μέσα όπως το παιχνίδι, τη μουσική, το χορό και το θέατρο, μαθαίνουν να ταυτίζονται συναισθηματικά με τους άλλους ανθρώπους και να τελειοποιούν την ικανότητα του συσχετίζεσθαι με την υπόλοιπη κοινωνία. Η εκπαίδευση αυτή, ενάντια στη μέση αντίληψη δεν αφορά μόνο στις δραματικές ικανότητες ή τη διάπλαση του σώματος αλλά την κατάκτηση του μέτρου σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής όπως τις διαπροσωπικές σχέσεις, την διαχείριση των συναισθημάτων,την αυτογνωσία κ.α.

Μας εξυπηρετεί πολλές φορές να αποδίδουμε την υπερβολική μας συμπεριφορά στον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει τους Μεσογειακούς λαούς και στο πάθος φυσικά, που χαρακτηρίζει τους τέλειους εραστές. Ωστόσο, καθρέφτη καθρεφτάκι μου, δεν μπορούμε, ποτισμένοι χρόνια τώρα στην υπερβολή να αρνηθούμε ότι έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από τους τρόπους της φύσης, όπου η αλληλοεξαρτημένη σχέση όλων των έμβιων όντων καθιστά τη συμπεριφορά τους διακριτική σε αντίθεση με τη δική μας την παρασιτική, βίαιη και ενοχλητική. Λες και τίποτα να μην ταιριάζει με τις εικόνες της φύσης που μας περιβάλλει όπου συνυπάρχουν τόσο η γή, όσο ο ουράνος και η θάλασσα σε σύγκριση με αλλες χώρες όπου δεν υπάρχει αυτή η αναλογία.

Με την παρατήρηση περί αισθητικής, δεν υποννοείται οτιδήποτε σχετικό με την ταξικότητα ή την φυλετικότητα. Η κακή αισθητική στις συμπεριφορές και την νοοτροπία παρατηρείται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα μόνο που στα ψηλά κοινωνικά στρώματα, κρύβεται πίσω από φιμέ τζάμια. Φαίνεται σαν η κακή αισθητική και η απουσία της αρμονίας να βασίζεται στην Ελληνική Παιδεία ή τουλάχιστον να είναι προϊόν της αμέλειάς της. Θα μπορούσε να είναι μια πρόταση η μείωση των μαθημάτων στα σχολεία και αύξηση των δραστηριοτήτων που φέρνουν τους νέους ανθρώπους πιο κοντά μεταξύ τους αλλά και την αναζήτηση της προσωπικής τους ισορροπίας και σχέσης τους με την κοινωνία και τη φύση.

Αναζητώντας ένα Φάρο για να δείξει το δρόμο.

Άνθρωποι με τη διάθεση να αναζητούν την ομορφιά στη ζωή τους και στη ζωή των άλλων δεν μπορούν παρά να ζούν σε αρμονία με την κοινωνία και τη φύση γιατί τα άτομα είναι προϊόν της κοινωνίας και η κοινωνία είναι προϊόν της φύσης οπότε η αρμονία σε αυτή την αλυσίδα γίνεται αντιληπτή σαν μια ομάδα οικουμενικών και συνδετικών αξιών. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ιστορικά ήταν πάντοτε η πνευματικότητα και οι τέχνες που αναστυλώνανε τις παρακμασμένες κοινωνίες όταν σε κάθε μια από αυτές η αναζήτηση των υλικών απολαύσεων κυριαρχούσε τόσο, ώστε να παραβιάζεται η φυσική ιεραρχία των αξιών που θέλει την αρμονία πρώτη πάνω από κάθε ανθρώπινη ή μη δραστηριότητα.

 

Για την Ενότητα

Τους τελευταίους μήνες από τα μέσα ενημέρωσεις και τις καθημερινές μας συζητήσεις, βομβαρδιζόμαστε ασταμάτητα από ανεξέλεγκτες εξελίξεις και ανεφάρμοστες λύσεις. Ίσως να αναρωτιούνται και άλλοι, αν τελικά υπάρχουν όντως αδιέξοδα στη δημοκρατία. Εκλογές θα ξαναπραγματοποιηθούν. Η ελπίδα όμως φαίνεται να μην διακινδυνεύεται από την απουσία τους, αλλά από τα πιθανά αποτελέσματά τους μιας και φαίνεται ότι μέρος της αλήθειας έχει καταδικαστεί στην αφάνεια ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Αφορά στο γεγονός ότι τα προβλήματα της Ελληνικής κοινωνίας είναι μακρόβια, θεμελιώδη, αλλιλένδετα και πολύπλοκα. Για να λυθούν μόνιμα δεν απαιτείται μόνο περισσότερος χρόνος από τη διάρκεια μερικών κυβερνητικών θητειών αλλά και συλλογική προσπάθεια με ένα κοινό όραμα σε κάποιο βαθμό. Εκτιμώ ότι οι εκλογές στο προσεχές μέλλον θα μας προσφέρουν παροδικές λύσεις αναδιατάσοντας τα ελατώματά της πολιτικής μας πραγματικότητας σε καινούργιες δομές προσφέροντάς μας την ψευδαίσθηση της αλλαγής. Η πολυπλοκότητα αυτή φαίνεται και από τον πολιτικό μας χάρτη που αλλάζει δραστικά μη επηρεασμένος όμως από τη βάση της κοινωνίας αλλά την μικροκοινωνία του κοινοβουλίου. Εκεί, η αδυναμία των κομμάτων να επιβάλλουν τη συνοχή με το βούρδουλα όπως έκαναν τις τελευταίες δεκαετίες, επέτρεψε σε πλήθος φιλόδοξων πολιτικών να αποστασιοποιηθούν από τις κεντρικές πολιτικές γραμμές και να δημιουργήσουν περισσότερους μικρότερους πόλους έλξης. Ενώ λοιπόν η ενότητα φαίνεται να αποτελεί ένα σημαντικό κριτήριο επιτυχίας για μια κοινωνία, παραδόξως η απουσία της φαίνεται να μας οδηγεί σε μια γενική κατάσταση καλύτερη από εκείνη που έχουμε συνηθίσει.

Να είχα μια δεκάρα για κάθε φορά που έχω ακούσει ένα πολιτικό να κοκκορεύεται για το γεγονός ότι δουλεύει για ένα κόμμα από μικρό παιδί. Στην Ελλάδα (και σε αρκετές άλλες χώρες) αυτή η ενασχόληση, ήταν πάντοτε (και είναι ακόμα και σήμερα) προϋπόθεση για την κομματική αναρρίχηση και τη διεκδίκηση αξιωμάτων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός των κομμάτων που διαχειρίστηκαν τη χώρα κατά τη μεταπολίτευση και των αντιπολιτευόμενων κομμάτων. Για τα “κόμματα εξουσίας” όπως λέγονταν προ μνημονίου, η τυφλή υπακοή στο κόμμα δεν ήταν τίποτε άλλο από την διαφύλαξη όλου αυτού του “κόπου και του ιδρώτα” της κομματικής αναρρίχησης. Ο Έλληνας πολιτικός έχτισε πολιτική καριέρα αποφεύγοντας την κριτική και επαινόντας τα διαχρονικά λαϊκά αιτήματα προσεκτικά και ώς εκ τούτου κάθε κόμμα αποτελούσε και ένα οικοδόμημα με σαθρά ιδεολογικά θεμέλια. Με τον τρόπο αυτό το Ελληνικό κοινοβούλιο γέμισε δειλούς, ανεύθυνους υπάλληλους των κομματικών συμφερόντων που υπηρετήσανε την ατομική τους εξέλιξη και την κομματική γραμμή πάνω από το πραγματικό συμφέρον της χώρας (εκτός από λίγες εξαιρέσεις). Γιά τα κόμματα μέχρι σήμερα ήταν σημαντικότερο για ένα κομματόσκυλο να είναι υπάκουο από το να είναι σοφό. Έτσι, μέσα στο κοινοβούλιο, ουδέποτε υπήρξαν κοινοί στόχοι, κοινή προσπάθεια ή κοινή γνώση των προβλημάτων άρα ουδέποτε υπήρξε και οποιασδήποτε μορφής εννότητα. Η έννοια κοινοβούλιο στη δική μας περίπτωση, σήμερα ακούγεται σαν ανέκδοτο.

Δεν μπορεί να κρύψει κανείς τι χαρά του όταν επιτέλους βλέπει να διακόπτεται η μονοτονία των τελευταίων δεκαετιών στην εναλλαγή της εξουσίας και να έρχονται στην επιφάνεια καινούργιες δυνάμεις με την πρόθεση (κατά τα φαινόμενα) να εκφράσουν περισσότερες και μικρότερες μερίδες του πληθυσμού. Τα φαινόμενα όμως μπορεί και να απατούν (μπορεί και όχι). Δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο που να αποδίδει τη δημιουργία των νέων κομμάτων σε λόγους έκφρασης νέων ιδεών διότι προέρχονται από πρωτοβουλίες πολιτικών προσώπων που δεν τις εκφράσανε όταν είχαν τη δυνατότητα από θέσεις ισχύος. Ιδανικά, η βουλή θα έπρεπε να φρόντιζε να αναζητά και να παρακινεί την πολιτική έκφραση από κάθε συλλογική προσπάθεια κινηματικού χαρακτήρα (πόσο θα ήθελα μέλη των αγανακτισμένων να εκφράζουν νέες ιδέες μέσα στο κοινοβούλιο). Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε σταδιακά να επουλωθεί η εικόνα του κοινοβουλίου και να ακουστούν καινούργιες φωνές με ανθρώπινο λόγο και γυμνές από την κομματική πήξη. Δεν μπόρεσε όμως κανένα κόμμα να καπελώσει αυτές τις φωνές και έτσι στα νέα κινήματα δεν δόθηκε ποτέ σοβαρός χώρος και χρόνος προβολής.

Συμπερασματικά, η επικείμενη πολυφωνία στο κοινοβούλιο δεν θα πρέπει να κριθεί βάσει των επιφανειακών της εκφάνσεων αλλά σαν προϊόν πολιτικής αστάθειας και ιδιοτέλειας. Δημιουργήθηκε για τους λάθος λόγους από ανθρώπους που παρά τις μεγαλοστομίες τους έχουν αποδείξει και συνεχίζουν να επιδεικνύουν εμπράκτως την ιδιοτέλειά τους. Έτσι, δεν βοηθούν στην επίλυση των θεμελιωδών προβλημάτων της κοινωνίας. Αντιθέτως, εμποδίζουν αυτή τη διαδικασία.

Η εννότητα εκτός κοινοβουλίου έχει τελείως διαφορετική σημασία. Το περίφημο σύμπλεγμα εξουσίας (που λέγεται ότι εμπεριέχει τους σημαντικότερους παίκτες στον κλαδο των μέσων ενημέρωσης) φαίνεται να είναι αφοσιωμένο στην καλλιέργεια της διχώνιας. Παρά το συνεχώς αναπαραγώμενο απόφθεγμα, ότι δεν μπορούν να είναι όλοι ευχαριστημένοι, υπάρχουν δύο σημαντικά στοιχεία που θα πρέπει να διατηρηθούν στην επιφάνεια της συνείδησής μας. Το ένα είναι ότι όσο και να εθελοτυφλούμε, είμαστε όντως όσο αλληλένδετοι είμασταν πάντα. Η ανθρωπότητα θέλει τους πολίτες αναμεμιγμένους έτσι ώστε να αφουγκράζονται πάντοτε την αλληλεξάρτησή τους. Το δεύτερο συστατικό είναι πως η μέχρι σήμερα ανεπάρκεια της εξουσίας (ή γενικά η εξουσία) εξαρτάται από το βαθμό διάσπασης της κοινωνίας.

Η ενότητα φαίνεται να είναι ένα ισχυρό υπερ-όπλο. Όποιος την καλλιεργήσει με οποιοδήποτε τρόπο, θα προσανατολίσει τη συλλογική δραστηριότητα ενός λαού σε όποια κατεύθυνση επιθυμεί. Σήμερα που η χώρα είναι τόσο διασπασμένη και αδύναμη, εύχομαι η ενότητα να προκύψει αγνά και σοφά από τη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου που κατάλαβε με το δύσκολο τρόπο τί σημαίνει εξουσία και θα πασχίσει να ανακαλύψει τα οικουμενικά μας χαρακτηριστικά, ως εκ τούτου επαναδιαμορφώνοντας την ταυτότητά μας. Διαφορετικά φοβάμαι όλους εκείνους τους φτωχούς λάτρεις της εξουσίας που έχουν τα εύκολα λόγια στο τσεπάκι.

Κρίσιμος παραλογισμός

Φαίνεται, η έλλειψη λογικής και ευθυκρισίας, η αδιαφορία και η άγνοια των ψηφοφόρων και καταναλωτών προϊόντων και πολιτικής, να μην είναι απλά ένα φυσικό φαινόμενο, αλλά το προϊόν μιας μεθοδευμένης προσπάθειας για τη διατήρηση ενός κρίσιμου ποσοστού παραλογισμού που θα κρατάει την κοινή γνώμη εύπλαστη και δεκτική σε σχεδιασμούς που υπηρετούν τους λιγότερους αντί για τους περισσότερους. Φαίνεται υπαίτιος για αυτό να είναι ο Καπιταλισμός, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του οποίου είναι πλέον ευδιάκριτα, που σήμερα τα παίζει όλα για όλα για να αποκτήσει πλήρη έλεγχο των οικονομικών υποδομών ανά την Υφήλιο.

Η συγκατάθεση της κοινής γνώμης, ήταν πάντοτε το υπέρτατο έπαθλο της κοινωνικής μηχανικής (social engineering), αλλά για να διατηρείται ικανός αυτός ο μηχανισμός, δεν απαιτείτε μόνο ο σχεδιασμός βραχυπρόθεσμων δράσεων μέσω των ΜΜΕ που παραπληροφορούν σκόπιμα και της ρητορικής (καλοσχεδιασμένα ψέματα) που υιοθετείται από τους προδότες εξουσιαστές μας αλλά και μακροπρόθεσμες μεθοδεύσεις που θα φθείρουν δόλια τη θεμελιώδη ανάγκη που υπάρχει για ακηδεμόνευτη σκέψη – ραχοκοκαλιά της υγιούς δημοκρατίας και της εποικοδομητικής πολιτικής κουλτούρας.

Στην πρώτη περίπτωση, αυτή των βραχυπρόθεσμων δράσεων, οι φορείς της αλλοίωσης της αλήθειας (ΜΜΕ, πολιτικοί), χειραγωγούν τη μνήμη το φάσμα της οποίας δεν είναι στην πραγματικότητα βραχύ αλλά δυσλειτουργικό. Η δολιοφθορά της μνήμης φαίνεται να έχει εκτελεστεί με τους εξής τρόπους. Αφενός τα ΜΜΕ ξέρουν να διατυπώνουν την πληροφορία με τέτοιο τρόπο ώστε να επιδρούν στρατηγικά στη κοινή γνώμη. Μάλιστα μετρούν τακτικά την επίδρασή τους μέσω των δημοσκοπήσεων που χρειάζονται για να σχεδιάζουν τις επερχόμενες ρητορικές τους. Αφετέρου, οι πολιτικοί όταν αλληλοκατηγορούνται, βγάζουν τα άπλυτα ο ενός του άλλου στη φόρα αλλά ποτέ δεν θίγουν κάποιες βασικές απάτες που προστατεύουν από κοινού βάσει αρχής επειδή γνωρίζουν πως με αυτό τον τρόπο κινδυνεύουν να χάσουν την επίμονη λαβή τους στην εξουσία. Τέλος, η διαμόρφωση της κοινής γνώμης, έχει γίνει ένα διαγώνισμα πολλαπλών επιλογών με αντίστροφη μέτρηση που ο πολίτης προλαβαίνει να επεξεργαστεί σε μικρά χρονικά διαστήματα μεταξύ εργασίας και ψυχαγωγίας. Όταν η εργασία και η ψυχαγωγία μάλιστα διαρκεί περισσότερο, μένει λιγότερος χρόνος για ενασχόληση με την πολιτική. Άρα αν κάποιος θέλει να μη σκεφτόμαστε την πολιτική θα πρέπει να μας προσφέρει περισσότερο θέαμα και να μας αναγκάσει να δουλεύουμε περισσότερο διατηρώντας μας σε κατάσταση ανέχειας.

Στη δεύτερη περίπτωση όμως εκείνη των μακροπρόθεσμων δράσεων, η απάτη είναι βαθύτερη και περισσότερο δυσδιάκριτη. Ο εκφυλισμός των ηθών, η μετριοπάθεια και ο ατομισμός, είναι χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να αποδεχόμαστε και να αναπαράγουμε την κακή αισθητική, να θεωρούμε τους εαυτούς μας και τις κοινότητές μας ανίσχυρες και να θέτουμε το ατομικό μας συμφέρων υπεράνω της κοινωνίας και άρα πολλές φορές εις βάρος της. Πολλές φορές (άκουσα κάπου) κανείς μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα όχι μόνο από ότι γίνεται αλλά και από ότι δεν γίνεται. Η αναμενόμενη συμπεριφορά ενός κράτους δεν μπορεί μην είναι η πρόοδος της καλαισθησίας, η προαγωγή της ανθρώπινης ικανότητας και η αλληλεγγύη. Το γεγονός πως τέτοιες πολιτικές απουσιάζουν βοηθάει στην άντληση κάποιων σημαντικών συμπερασμάτων για τις στοχεύσεις του πολιτικού μας κόσμου. Από τη στιγμή που το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν έχει σαν κύριο στόχο την καλλιέργεια αυτών των αξιών αλλά επιμένει να επιδίδεται στη στείρα χρήση του ανθρώπινου δυναμικού για αποθήκευση πληροφοριών τότε καταλαβαίνει κανείς και τους απώτερους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής.

Οραματίζομαι κι εγώ όπως φαντάζομαι τόσοι άλλοι, μια επανάσταση. Εκείνη την ημέρα που περισσότερο από ένστικτο παρά από λογική, θα αποφασιστεί συλλογικά αλλά αυθόρμητα ένας διαφορετικός τρόπος σκέψης που θα παρακάμπτει τις μεθοδεύσεις της κοινωνικής μηχανικής για να μπορέσουν να αναδυθούν ξανά σε περίοπτη θέση η αξία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η αρμονική συμβίωση του ανθρώπου με το περιβάλλον που τον φιλοξενεί. Έως τότε, θα παρακολουθώ κι εγώ, όπως φαντάζομαι τόσοι άλλοι, μουδιασμένος τις εξελίξεις.

Τρίτη Ηλικία

Ένα πρωινό στην Ερμούπολη της Σύρου, σε μια συζήτηση για τα καθημερινά, ένας ηλικιωμένος κύριος μου είπε πως αν θέλεις να κάνεις μια δουλειά θέλει θέληση και νοικοκυροσύνη. Δεν ήταν κάτι που δεν ήξερα, ούτε εκείνος φάνηκε να πιστεύει πως εφηύρε τον τροχό. Όταν όμως μερικές αλήθειες, μερικές φορές συνοδεύονται από δυο κουρασμένα μάτια και μια καλοκαιρισμένη φωνή, σε διαπερνούν και αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που έκαναν τον κύκλο τους στις χαρές και τις λύπες της ζωής και μπορούν επειδή αυτό που ξέρουν το ξέρουν καλά να χρησιμοποιούν λίγα και μεστά λόγια για να πούνε πολλά. Αν υπολογίσει κανείς πόση σοφία και ιστορία φέρουν όλοι εκείνοι με το αργό βήμα και τα ψαρά μαλλιά, τότε αναρωτιέται για ποιο λόγο η κοινωνία μας είναι τόσο στερημένη από τη σοφία που τους χαρακτηρίζει.

 

Διαφορετικοί λαοί αλληλεπιδρούν διαφορετικά τους ηλικιωμένους ανθρώπους. Σε ασιατικές χώρες και την Ινδία όπου η κουλτούρα θεωρεί πολύτιμη τη σοφία των ηλικιωμένων θεωρείται ανεπίτρεπτη η αμέλεια της φροντίδας τους από τους νεώτερους. Στην Αμερική αντιθέτως όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι καταλήγουν στους οίκους ευγηρίας με τα παιδιά τους να θεωρούν τις ανάγκες τους δυσβάσταχτο βάρος.

 

Στο δυτικό κόσμο γενικότερα, όπου οι οικονομικές αξίες επιδρούν τόσο δραστικά στα θεμέλια των βασικών ανθρώπινων αξιών, έχει δημιουργηθεί, ίσως ταυτόχρονα με την αύξηση του καταναλωτισμού, ένα αποσπασμένο κοινωνικό στρώμα ραχοκοκαλιά του οποίου φαίνεται να είναι η άγραφη πεποίθηση πως η ικανότητα στην εργασία την καθιστά δικαιούχο της άνεσης, της ανεξαρτησίας και γενικά της ποιότητας ζωής που προωθούν τα εκάστοτε lifestyle περιοδικά και οι διαφημίσεις. Η δελεαστικότητα αυτού του οράματος φαίνεται να ενισχύει τη διάθεση για σθεναρή θωράκισή του από «περιττά» βάρη που γενικά προσγειώνουν τον άνθρωπο σε μια πραγματικότητα γεμάτη ευθύνες, σκοτούρες και οικογενειακές υποχρεώσεις ενώ μέσα σε αυτό το κοινωνικό στρώμα, υπάρχουν ως επί το πλείστον αντίπαλοι και αντίζηλοι, παρά σύμμαχοι. Αυτό το χαρακτηριστικό θα μπορούσε να είναι και οδηγός σχεδιασμού τραπεζικών και καταναλωτικών προϊόντων αλλά και σημαντικός παράγοντας στα αυξανόμενα ποσοστά διαζυγίων. Ωστόσο, αυτά τα ζητήματα ξεφεύγουν από τους βασικούς άξονες αυτού του άρθρου.

 

Το σημαντικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι οι ηλικιωμένοι πολίτες στο δυτικό κόσμο παρά την περιστασιακά σημαντική αγοραστική δύναμη (βλέπε εξειδικευμένα τουριστικά και ασφαλιστικά προϊόντα επικεντρωμένα στην αφαίμαξη της σύνταξης) χωρίζονται από χάσμα με τα παιδιά τους όταν αυτά είναι απασχολημένα με τους αγώνες του πρωταθλήματος της μεσαίας τάξης.

 

Στην Ελλάδα, και ενώ το πρωτάθλημα αυτό απειλείται με αναβολή για τα επόμενα 30-40 χρόνια «λόγω αδυναμίας πληρωμής» οι παίκτες του πρωταθλήματος ξυπνάνε σιγά σιγά και ψάχνουν να βρούνε τι πήγε στραβά και να επινοήσουν ένα σχέδιο δράσης για να βουτήξουν ξανά στο όνειρο.

 

Την ίδια στιγμή, οι πιο ηλικιωμένοι πολίτες αφενός γνωρίζουν ποιο είναι το πρόβλημα γιατί εκείνοι του επέτρεψαν από αφέλεια και άγνοια να γιγαντωθεί, αφετέρου από συζητήσεις διαπιστώνω ότι η κούραση είναι μεγάλη και η ελπίδα αποδυναμωμένη στην ψυχή. Όντως όμως, πού δύναμη για αγώνα με 60-70 χρόνια στην πλάτη;

 

Ωστόσο η γνώση, η εμπειρία, η ψυχραιμία, η απλότητα, η αλήθεια, η νηφαλιότητα που χαρακτηρίζει την Τρίτη ηλικία είναι εκεί, μια πηγή από λύσεις που περιμένει κάποιον να τις αντλήσει. Για παράδειγμα, σε σχολεία στις κεντρικές ΗΠΑ το πρόγραμμα Save the Children καταπολεμά τον αναλφαβητισμό τοποθετώντας ηλικιωμένους πολίτες στο πλευρό των παιδιών, για να «τα διαβάζουν» και να τα βοηθούν με συμβουλές για τις αληθινές αξίες της ζωής. Επίσης οι ηλικιωμένοι είναι εκείνοι (στο εξωτερικό) που συσπειρώνονται γύρο από Φιλανθρωπικούς Οργανισμούς και υποστηρίζουν τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της φτώχιας, είτε μέσω χρηματοδότησης είτε με την προσφορά ωρών εργασίας. Στην Ελλάδα, δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα των πόρων που καταλήγουν στον κλήρο ενώ το ηλικιωμένο πορτοφόλι είναι μόνιμο θύμα λεηλασίας του κράτους και των απογόνων.

 

 

Γενικά λοιπόν, η περιγραφή της υπεραριθμίας ηλικιωμένων πολιτών ως «δημογραφικό πρόβλημα» παραπέμπει στην υποβάθμιση της αξίας της τρίτης ηλικίας σε σχέση με τη σημασία που προσδίδεται στις μεσαίες ηλικίες όπου υπάρχει παραγωγικότητα και ως εκ τούτου αγοραστική δύναμη και έτσι περιφρονείται προκλητικά η συναισθηματική αξία και η γνώση με την οποία η Τρίτη ηλικία υποστηρίζει αφιλοκερδώς την κοινωνία. Το «δημογραφικό πρόβλημα» δε, έχει Πανευρωπαϊκά (ίσως και παγκόσμια) εξέχουσα θέση στη ρητορική των εκάστοτε εξουσιαστών ως επιχείρημα για το νομοθετημένο αν και αντισυνταγματικό σε μερικές χώρες, ξετίναγμα των αποταμιεύσεων και την επιβολή απάνθρωπης οικονομικής πολιτικής.

 

 

Σήμερα, η κοινωνία έχει ανάγκη από τους ηλικιωμένους πολίτες της, για να μας κρατήσουν αν θέλουμε να κάνουμε καμιά τρέλα, να μας υποστηρίξουν οικονομικά, να μας ανακουφίσουν, να μας επισημάνουν την ίδια μας τη βλακεία, να έχουμε ένα σημείο αναφοράς με την πραγματικότητα και να μας προστατέψουν από τα ψέματα που ακούμε καθημερινά από τους δωσίλογους, προδότες, δειλούς και ανίκανους πολιτικούς, τον καρκίνο αυτής της χώρας.

Το κράτος εμπόδιο

Καθώς απαιτείται συνεχής ασκητική για την αναζήτηση της ελπίδας, το άρθρο αυτό ας ανήκει στον κόσμο των αναξιοποίητων ψυχικών αποθεμάτων που μας χαρίζει καθημερινά ο ήλιος, η θάλασσα και τα πολύτιμα παράγωγά τους.

Η ίωση είναι ασθένεια με ποιητικό ενδιαφέρον γιατί υποθάλπεται, μέχρι τα συμπτώματά της να έρθουν στην επιφάνεια. Ο φορέας νιώθει καλά και αντιλαμβάνεται πως ασθενεί, μόνο όταν αισθανθεί τα πρώτα συμπτώματα. Χρειάστηκαν λοιπόν τριάντα χρόνια δυσλειτουργίας του κράτους, για να αρχίσει ο πολίτης να αντιλαμβάνεται ότι για να συνεχίσει να επιβιώνει σε αυτό το παραδοσιακά πλέον ασθενές κράτος, θα πρέπει να συμμετέχει στη διαμόρφωσή του .

Ωστόσο φαίνεται η ασθενής σχέση μεταξύ του πολίτη και του κράτους, να μη σταματάει στα πρακτικά εμπόδια, τέκνα της βαθιάς κρατικής παρακμής. Φαίνεται πως η σχέση αυτή, ωθεί τον πολίτη σε ένα συναισθηματικό αδιέξοδο, τη μοναξιά και το σοκ της συνειδητοποίησης πως καλείται να αντιμετωπίσει μια κατάσταση που δεν περίμενε χωρίς να διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία. Τα συναισθήματα αυτά δεν θα μπορούσαν παρά να είναι λογικά, αν αναλογιστεί κανείς πως μέσα σε αυτό το αλληλένδετο σύστημα που καταλαμβάνουμε, τα παγκόσμια γεγονότα επιδρούν στα εθνικά, τα αστικά, τα τοπικά και ως εκ τούτου, στον κάθε πολίτη.

Πλανώνται καιρό στο παγκόσμιο προσκήνιο οι επιπτώσεις αυτού του ιδεολογικού πολέμου. Στο ένα στρατόπεδο βρίσκεται η διατήρηση υποδομών κοινωνικής πρόνοιας που θα διασφαλίσουν με οικουμενικότητα τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών και στο άλλο στρατόπεδο, η πεισματική πεποίθηση πως τα κράτη θα πρέπει να παραμεριστούν και να παραδώσουν των πλήρη έλεγχο των βασικών τους υποδομών και πόρων στην αγορά. Η τελευταία, στοχοποιόντας τις αδύναμες ηγεσίες όπου και αν υπάρχουν, μετατοπίζει τον έλεγχό τους μακριά από τους πολίτες και τις χρονοβόρες δημοκρατικές διαδικασίες και κοντά στα χρηματιστήρια και τους επενδυτικούς ομίλους που διψάνε για αναξιοποίητους πόρους.

Σε αυτό τον πόλεμο, το πεδίο μάχης είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και όπλα είναι η οικονομία και η ίδια η κοινωνία (πολλές φορές το πεδίο μάχης λειτουργεί εις βάρος μιας πλευράς).Κάποια κράτη με ισχυρό ήθος, αρνούνται αυτό το σύστημα πεποιθήσεων, κάποια με ισχυρή οικονομία το καλλιεργούν, μερικά που έχουν τόσο ισχυρό ήθος όσο και οικονομία έχουν την πολυτέλεια να τα καταφέρνουν αρμονικά και κάποια άλλα, αδύναμα στο ήθος και την οικονομία, προσπαθούν να περισώσουν ότι μπορούν, να διατηρούν τους κατακτητές ευχαριστημένους και τα θύματα σε καταστολή. Μαντέψτε σε ποια από τις παραπάνω κατηγορίες ανήκει η Ελλάδα μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Σε αυτή, όπως διαδοχικές κυβερνήσεις σε ρόλο τυφλού χασάπη αφαιρούν με συνοπτικές διαδικασίες το λίπος, τα αγγεία και οι μύες της κοινωνίας, αποκαλύπτεται ο ατροφικός, εύθραυστός και σκεβρωμένος της σκελετός, δια βίου τραυματισμένος από τις επιπολαιότητες της εφηβείας και τις αυτοκαταστροφικές κραιπάλες της μέσης ηλικίας.

Η προβολή του παραπάνω πολέμου, εκτυλίσσεται υπό κλίμακα μέσα από τις προσδοκίες μας για το μέλλον. Εν ολίγοις, περιμένουμε ακόμα από το κράτος να φροντίσει για κάποιες βασικές κοινωνικές παροχές και τη διατήρηση κάποιων δικαιωμάτων σε βασικές υποδομές. Οι συνθήκες αυτές όμως από την πλευρά του κράτους είναι υπό διαπραγμάτευση. Επιμένουμε λοιπόν να αναμένουμε ότι το κράτος θα βελτιώσει την υγεία, την παιδεία, την ανεργία, τις υποδομές και τη συμπεριφορά του επειδή είμαστε φορολογούμενοι πολίτες και οι παραπάνω προσδοκίες είναι δικαίωμά μας.

Αντιθέτως το κράτος, υπολογίζει στην κατάθεση των φόρων μας στην αποπληρωμή των δανείων που πήραμε στο παρελθόν και χρησιμοποίησαν οι κυβερνήσεις για να μεθάνε με την εξουσία και όχι για να επενδυθούν στην οικονομική και κοινωνική μας ανεξαρτησία. Επίσης, το κράτος υπολογίζει, υποταγμένο στη νοοτροπία που περιγράφηκε παραπάνω, να προσφέρει στην αγορά την αξιοποίηση πολύτιμων πόρων και των υποδομών. Με αυτό τον τρόπο, τα χρηματιστήρια θα είναι ευχαριστημένα, τα γνωστά κόμματα στην εξουσία ξαλαφρωμένα από τη συντήρηση και αξιοποίηση του δημόσιου πλούτου και οι πολίτες με φραπέ, εξυγιασμένη μπαλίτσα και δελτίο του Star (είτε άλλως γκλοπιές) κατευνασμένοι στο βαθμό που δε θα φέρνουν αντιρρήσεις πληρώνουν περισσότερα για να παίρνουν λιγότερα.

Είτε το κράτος το θέλει, είτε όχι, η εμπειρία που θα κατακτηθεί μετά το σοκ θα σημάνει την ολοκληρωτική πολιτισμένη και εθελούσια απόσυρση και αντικατάσταση όσων ανεπαρκών εκπροσώπων των πολιτών διακοσμούν ακαλαίσθητα και επίμονα ακόμα το κοινοβούλιο. Καταλύτης της αλλαγής θα είναι τελικά οι πολίτες, οργανωμένοι η μη, αγανακτισμένοι ή αποφασισμένοι, σε μαζικές ή ομαδικές κινητοποιήσεις, σύντομα ή σταδιακά. Το κοινοβούλιο, το μόνο που έχει να αποφασίσει, είναι αν θα πάει παρέα με τους πολίτες και θα ευνοήσει τις διεργασίες για την ομαλή του μεταμόρφωση ή θα αφήσει την κατάσταση να κυλήσει εκτός ελέγχου.

Σήμερα, που το πολιτικό περιβάλλον έχει περιπλακεί τόσο που η αλήθεια καθίσταται δισδιάκριτη, ο ρόλος του ατόμου είναι σημαντικότερος από ποτέ. Η κατάσταση δεν χρειάζεται να γίνει κατανοητή. Όταν ο πολίτης αναγνωρίσει τη σημαντικότητά του και υπερασπιστεί την ιδέα πως αυτός ο ένας είναι η κοινωνία και διάγει τη ζωή του όπως το κράτος που θέλει, τότε η εξουσία μπορεί να αλλάξει πραγματικά σε βάθος σαν φυσικό προϊόν της αλλαγής των ατόμων που υπηρετεί.

Χάσμα μεταξύ πολιτικής και πραγματικότητας

Φαίνεται πως κυριαρχεί κάποια απατηλή, αλλά δυσνόητη σε εμάς ψευδαίσθηση που εγκλωβίζει το σύνολο της πολιτικής σε έναν μικρόκοσμο με απεχθή χαρακτηριστικά που πλέον δεν εκφράζει την κοινωνία, δυσκολεύεται να την κατανοήσει, να συσχετιστεί μαζί της και να αξιοποιήσει τις δυνατότητές της για να επιτευχθεί αρμονική πρόοδος. Όπως δύο φίλοι των οποίων οι δρόμοι χωρίζουν έτσι και η σχέση των εργαζόμενων φορολογουμένων πολιτών με όλο το κομματικό περιεχόμενο του κοινοβουλίου δείχνει σήμερα έντονα τα σημάδια της αποξένωσης. Αν δεν βρεθεί ο τρόπος να γεφυρωθεί το χάσμα, ο χωρισμός τους φαίνεται να είναι ένα ενδεχόμενο που θα σφραγιστεί είτε με τη λογική είτε με το αίμα

Έλλειμμα δεν έχουμε στη δημοκρατία, αλλά στην βασική, οικουμενική ανθρώπινη καλλιέργεια που απαιτείται έτσι ώστε η δημοκρατία να είναι αναγνωρισμένο κτήμα των ανθρώπων και όχημά τους για την ισότιμη πρόοδό τους. H κατάσταση έδειχνε από παλιά την κατεύθυνσή της, όταν το πολιτικό κατεστημένο ροκάνισε με προδοτική δράση (σταδιακή υποταγή σε ξένα συμφέροντα για προσωπικά οφέλη) ή δόλια αμέλεια (παιδεία) τόσο την καλλιέργεια αυτή, όσο και τις θεμελιώδεις αξίες που εξυψώνουν την αξία του κάθε πολίτη, και αυτά με στόχο την αποδυνάμωση της κοινής αντίληψης και απώτερο σκοπό την υποβάθμιση του ανθρώπου σε ένα ον που υπηρετεί τη ματαιόδοξη προσκόλληση των κομμάτων στην εξουσία και την επίμονη υπεράσπιση των εκάστοτε ελαστικών ηθικών ορίων της κάθε κομματικής παράταξης.

Αναφέροντας τις θεμελιώδεις αυτές αξίες, είναι αναπόφευκτη η αναφορά σε αυτές επειδή λείπουν από το φτωχό όραμα που θρέφει το κοινοβούλιο για το μέλλον της χώρας. Αυτό συμβαίνει όταν ο αξιωματούχος προτιμάει να μπολιάσει εσκεμμένα τη στάση του σήμερα με το γονίδιο της βλακείας προκειμένου να απολαύσει τα ματαιόδοξα πλεονεκτήματα της εξουσίας για τη διάρκεια της προσωπικής του καριέρας αντί να υπηρετήσει το κοινωφελές ιερό έργο που προσδοκούν οι πολίτες από αυτόν και να βελτιώνει το σύστημα που δανείστηκε, αντί απλά να το λεηλατεί.

Αν και το κοινοβούλιο απέχει γεωγραφικά λίγα μέτρα από την πραγματική ζωή, η έλλειψη υπεύθυνων πράξεων μέσα σε αυτό, αποδεικνύει πως το χάσμα μεταξύ των αιτημάτων που εκφράζονται μέσα από το σύνολο των κινητοποιήσεων μέσα στη χώρα τόσο σήμερα όσο και σε διάφορες άλλες περιστάσεις στο κοντινό παρελθόν με εκείνα που υποθέτουν ή επιβάλλουν οι εκπρόσωποι του λαού, είναι δυσθεώρητο. Αυτό το φαινόμενο γίνεται σαφές επειδή ακόμα και αν το κράτος βρει τη χρηματοδότηση από τον έξωθεν δανεισμό (που υπηρετεί προκλητικά) και γλυτώσει από την πτώχευση, δεν έχει ενεργοποιήσει ή καν σχεδιάσει οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη πολιτική που θα είχε σαν στόχο την οικονομική ανεξαρτητοποίηση της χώρας, την επένδυση πόρων για την καλλιέργεια του εγχώριου ανθρώπινου δυναμικού αλλά κυρίως, δεν έχει επιτύχει την διακομματική εδραίωση των λίγων βασικών αρχών που απαιτούνται για να είναι συνεπής η πρόοδος της χώρας ανεξάρτητα από το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία.

Μια πρόσφατη Τετάρτη έγινε στην πλατεία της Ερμούπολης μια εκδήλωση για την παιδεία όπου έγινε διανομή ενημερωτικού υλικού για τα τοπικά και γενικά προβλήματα όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Ο Δήμαρχος της Ερμούπολης, περνούσε τυχαία και σταμάτησε για 15 δευτερόλεπτα στα 2 τραπέζια που είχαμε τοποθετήσει. Ρώτησε για το περιεχόμενο της εκδήλωσης, χαμογέλασε, πήρε και ένα από τα έντυπα και συνέχισε το δρόμο του. Ερχόμενος σε επαφή με φορείς προβληματισμού δεν αλληλεπίδρασε. Έπραξε την ελάχιστη υποχρέωσή του και απεχώρησε.

Η περιχαρακωμένη προσκόλληση στα θεσμικά πρωτόκολλα συμπεριφοράς (αποκλειστικά επικοινωνία αντιπροσώπων των οργάνων χωρίς την άμεση επαφή των διαχειριστών με τα εκάστοτε προβλήματα), απομακρύνει την πολιτική από την πραγματικότητα, προστατεύει το κομματικό σύστημα από ανεπιθύμητες ανατροπές που μεταλλάσουν το κατεστημένο και έτσι, καταδικάζουν το κοινοβούλιο σε μια διαδικασία μόνιμης ανακύκλωσης πεποιθήσεων και προσώπων. Η πολιτική μπορεί να γίνει βιώσιμη εφόσον αφουγκράζεται καθημερινά την κοινωνία, εργάζεται ενεργητικά για την εξυπηρέτησή της και επιβεβαιώνει τακτικά τη νομιμότητά της απέναντι σε πραγματικές πλειοψηφίες.

Για να «πάρει ο λαός την κατάσταση στα χέρια του» ίσως να σημαίνει πως θα πρέπει, στις επιμέρους κινητοποιήσεις, να προσομοιώνονται οι επιθυμητές αρχές που προσδοκούμε σαν πολίτες από το κοινοβούλιο. Σήμερα, δεν θα ξέραμε τι να απαιτήσουμε από το κοινοβούλιο όταν εμείς οι ίδιοι, στις πολιτικές μας συναθροίσεις δεν είμαστε έτοιμοι να δείξουμε το δρόμο με τον προσανατολισμό της ενεργητικότητάς μας στη δράση, την υπεύθυνη αποδοχή των επιπτώσεων αυτής της δράσης, την ενθάρρυνση της διατύπωσης διαφορετικών απόψεων, τον πραγματικό διάλογο, την ανάπτυξη της ικανότητας ακρόασης του συνομιλητή, την αναγνώριση της συζήτησης ως μέσο αλληλοεκπαίδευσης και γενικά, την αναγωγή του πολιτικού λόγου και της συμμετοχής στα κοινά, σε οικουμενική καθημερινή εξάσκηση όλων των πολιτών. Η εδραίωση της πρακτικής αυτής, ειδικά σε περιόδους νηνεμίας, μακροπρόθεσμα θα επιδράσει με βεβαιότητα στην εξυγίανση του πολιτικού κόσμου.

Έτσι, ζητώντας από το κοινοβούλιο αποτελέσματα, ίσως να βοηθούσε το γεφύρωμα του χάσματος μεταξύ του κοινοβουλευτικού έργου και της πραγματικότητας, αν σήμερα γινόταν λαϊκή απαίτηση η αναβάθμιση της ενασχόλησης με την πολιτική (σαν πρακτική και όχι απλά σαν γνωστικό αντικείμενο) σε βασικό στοιχείο του σχολικού προγράμματος από μικρή ηλικία έτσι ώστε στην ηλικία των 18, όταν είναι νόμιμη και υποχρεωτική η ψήφος, οι νέοι πολίτες να έχουν την βασική εμπειρία να επιλέγουν υπεύθυνα, να μην γίνονται πλέον έρμαιο του κομματικού φανατισμού και να είναι φορείς της εξέλιξης του πολιτικού τοπίου.

Προς το παρών, ας υπάρχουν τα ψυχικά αποθέματα να διατηρηθούν οι κινητοποιήσεις γιατί φαίνεται να είναι η μόνη ικανή δράση να κλονίσει την παρούσα κοινοβουλευτική νωθρότητα.

Serious τεύχος 18: «Δράση – αντίδραση»

Με περισσή ανικανότητα, τα θέματα της κοινωνίας μας αντιμετωπίζονται από την πολιτική εξουσία επιπόλαια και οι πολίτες, υπερασπίζονται τα ομαδικά τους συμφέροντα απέναντι στις εκάστοτε κυβερνητικές πρωτοβουλίες. Η δράση των πολιτικών και η αντίδραση των πολιτών στη σύγχρονη μορφή της είναι μια μέθοδος συνδιάλεξης, παρούσα όσο οι αποφάσεις των ηγετών στερούνται σοφίας. Η χρονοβόρα καθημερινότητά όμως, και το συνεχώς αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των πολιτών και των κέντρων αποφάσεων αφήνει μόνο λίγη ενέργεια για ενασχόληση με τα κοινά και τον ζυγό να κλίνει προς την αντίδραση εις βάρος της δράσης. Τι θα γινόταν εάν έκλινε προς τη δράση;

Όταν προσπαθεί κανείς να χαρτογραφήσει τα χαρακτηριστικά της δράσης και της αντίδρασης ή να εντοπίσει διαφορές μεταξύ τους αφενός αναγκαστικά θεωρητικολογεί, αφετέρου κινδυνεύει να χάσει το δρόμο του σε ένα νοηματικό και γλωσσολογικό λαβύρινθο γιατί πολλές φορές η αντίδραση εμπεριέχει τη δράση και αντίστροφα. Ας αποδεχθούμε όμως πως στην περίπτωση της σχέσης μας με το κράτος, η αντίδραση είναι η απάντηση μας σε μια κρατική ενέργεια ενώ δράση, οι δικές μας ενέργειες στις οποίες αναγκάζεται να απαντήσει το κράτος.

Παραδείγματα αντιδράσεων είναι ορατά καθημερινά γιατί είναι ο τρόπος που επικοινωνούμε με το κράτος (αλλά ενίοτε και το κράτος με τον εαυτό του). Παραδείγματα δράσεων ωστόσο, μπορούν να θεωρηθούν: η πρωτοβουλία των κατοίκων των Εξαρχείων να διαμορφώσουν κοινόχρηστο πάρκο στην οδό Ναυαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής, εκεί που το κράτος είχε σκοπό να δομήσει άλλο ένα κτήριο, η πρωτοβουλία ποδηλατών στην Αθήνα να συσπειρωθούν και να εκδράμουν κάθε εβδομάδα διασχίζοντας την πόλη ή η πρωτοβουλία κατοίκων της Σύρου να συζητούν και να διεκδικούν λύσεις μέσα από τη Λαϊκή συνέλευση.

Η πρακτική της δράσης, επιτέλους γεννήθηκε μετά από έναν δύσκολο τοκετό. Είναι τόσο ανακουφιστικό να βλέπεις ανθρώπους να παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους! Είναι εξίσου ανακουφιστικό να ζει κανείς καταστάσεις όπου υπάρχει λιγότερο κράτος, κι ας είναι ένα από τα ζητούμενα του Φιλελευθερισμού.

Ομάδες ξεπηδάνε σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας, επενδύουν χρόνο, αναζητούν λύσεις και ασκούν πιέσεις. Ως νεογέννητη όμως, η πρακτική αυτή φαίνεται ακόμα ακαλλιέργητη.

Δεδομένου ότι ο διάλογος με τους πολίτες έχει παρακμάσει σαν μεθοδολογία που στοχεύει στη σύνθεση πολιτικής, η αντίδραση σήμερα προκύπτει όταν το κράτος δρα φέρνοντας τους πολίτες αντιμέτωπους με τετελεσμένες αποφάσεις. Η ανάγκη τότε είναι να διακοπούν αυτές οι αποφάσεις και αυτό είναι μια συλλογική διάθεση που εξωτερικεύεται μέσω της ομαδικής αντίδρασης (πορείες, παραστάσεις διαμαρτυρίας κλπ.) ως το μοναδικό άμεσο εργαλείο, ικανό να αντισταθμίσει την κάθε απειλή.

Η ιδιότυπη σχέση του κράτους και των πολιτών μεταξύ εκλογικών αναμετρήσεων είναι βασισμένη στην αντίδραση. Το κράτος, τα ΜΑΤ και τα ΜΜΕ είναι ολοκληρωτικά προσανατολισμένα στην πρόκληση, την καταστολή και την προβολή της αντίστοιχα, σε καθημερινή βάση. Ίσως όμως η αναποτελεσματικότητα του κράτους να παράξει έργο, να συσχετίζεται με την αναποτελεσματικότητα της πλειοψηφίας των πολιτών να προσανατολίσουν λίγη από την ενεργητικότητά τους στη δράση.

Μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη δραστική έκφραση της πολιτικής στην Ελληνική κοινωνία ήταν οι εκλογές. Μέχρι και στις εκλογές όμως, έχει διαδοθεί η ψήφος ως μέσο αντίδρασης ενάντια στην εκάστοτε προηγούμενη σαθρή πολιτική. Επίσης, μετά τις εκλογές, μερικοί εκλεγμένοι πολιτικοί ανοίγουν σαμπάνιες και ύστερα ανταλλάσουν τις ψήφους που πήραν με την εξυπηρέτηση διαφόρων ψηφοφόρων που τους βοήθησαν στην εκλογή τους. Όσο οι ενέργειές τους δεν προκαλούν αντιδράσεις πορεύονται τρεμάμενοι αλλά γαντζωμένοι στην εξουσία με το ιδιοτελές όραμα, να μείνουν στην ιστορία σαν δημιουργοί έργου, σπεύδοντας όμως να καταστείλουν οποιαδήποτε κριτική και αντίδραση με χρήση ψυχολογικής (ακόμα και προσβλητικά για τη νοημοσύνη των πολιτών) ή σωματικής βίας.

Η καθημερινότητα αντλεί από τους πολίτες, ζωτική ενέργεια μέρος της οποίας θα συντελούσε στην ενασχόληση με κοινωφελείς δράσεις. Η πραγματικότητα αυτή, τους καθιστά παθητικούς δέκτες των εξελίξεων. Η μεταπολιτευτική περίοδος όμως δεν μπορεί παρά να έχει αποδείξει πως δεν μπορεί να υπάρξει αρμονία στην κοινωνία που θα επιτύχουν μόνοι τους οι πολιτικοί φορείς, χωρίς την πίεση και την συμμετοχή των πολιτών, οι οποίοι μπορούν να είναι ελεγκτές της εφαρμοζόμενης πολιτικής αλλά και συνεργάτες στο σχεδιασμό της. Για να γίνει αυτό πραγματικότητα είναι πιθανό να συντελούσε η αντιστροφή των ρόλων του κράτους και της κοινωνίας ως φορείς της δράσης. Μια τέτοια τάση θα προσανατόλιζε το κράτος στο ρόλο του δέκτη των εξελίξεων αλλά και τον εξαναγκασμό του στην αντιμετώπιση θετικών αποτελεσμάτων και ορθών πρακτικών προερχόμενων από τη βάση της κοινωνίας. Η ανταλλαγή επιτυχημένων παραδειγμάτων μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων που υπάρχουν στη χώρα είναι πρακτική που παρακάμπτει τους κρατικούς μηχανισμούς και επιδρά στη ρίζα των προβλημάτων. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση απουσιάζει το στοιχείο της τυφλής κρατικής επιβολής το οποίο αντικαθίσταται από την κοινότητα που ενημερώνεται, αξιολογεί και επιλέγει με δικούς του μηχανισμούς και αντιστοιχεί προβλήματα με λύσεις.

Φαίνεται σίγουρο πως αν η κοινωνία δεν είναι ικανή να συσπειρώνεται και να επιλύει προβλήματα, οι πολιτικοί δεν θα γίνουν ποτέ ικανότεροι για τον απλό λόγο ότι προέρχονται από την αυτή. Η κοινωνία, είναι πολυπληθέστερη, πιο κοντά στα προβλήματα και επανδρωμένη με αστείρευτη δυναμική και γνώση. Καλούμαστε όμως σήμερα να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που μας δίνεται, να υπερβούμε επειγόντως την υστέρηση σε θάρρος, ομαδικότητα και αλληλοσεβασμό, έτσι ώστε να μετουσιώσουμε την απόγνωση που εγκατέστησε μέσα μας η πολιτική εξουσία σε δράσεις που θα την αναγκάζουν να συναινεί.

300 λέξεις για την παιδεία

Πολλής λόγος γίνεται για τις πρόσφατες εξελίξεις στο μείζον ζήτημα της παιδείας. Πανεπιστημιακά Ιδρύματα και σχολεία, απειλούνται αν μη τι άλλο από ανεύθυνες και επιπόλαιες πολιτικές. Μέσα από συζητήσεις με συναδέλφους και φοιτητές στο Τμήμα Μηχανικών Σχεδίασης Προϊόντων και Συστημάτων του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Σύρο, αναγνωρίστηκε η ανάγκη να είμαστε περισσότερο εξωστρεφείς προς την κοινωνία καταθέτοντας την δικές μας απόψεις, αντισταθμίζοντας έτσι έμμεσα την στρέβλωση της πραγματικότητας που καλλιεργούν τα ΜΜΕ.

Με αυτή την πρόθεση, μέλη της Ακαδημαϊκής μας κοινότητας μοιράζονται τις σκέψεις τους σε μια «ενδοοικογενειακή» πρωτοβουλία με τον τίτλο «300 λέξεις για την παιδεία».

Ένα από τα προβλήματα που μας απασχόλησε είναι το γεγονός που περιγράφει ο Βασίλης Μουλιανίτης (Διδάσκων 407/80) «Ενώ στο προεκλογικό (και μετεκλογικό) πρόγραμμα του κόμματος που κυβερνά τον τόπο αυτό, αναγράφεται επί λέξει ότι στόχος είναι η αύξηση των δαπανών και η δημόσια και δωρεάν παιδεία, με πρόσχημα το ΔΝΤ γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Το ΕΣΥΠ, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης, εξετάζει όλες τις εναλλακτικές και προσπαθεί να βρει «μαύρο» εργατικό δυναμικό για το κενό που θα δημιουργήσει η πολιτική αυτή.»

Πολλοί συμμερίζονται τον κίνδυνο, όπως λέει ο κ. Μουλιανίτης «Αν συνεχίσουμε με αυτό τον ρυθμό να δημιουργηθεί μια γενιά πολιτών η οποία θα χαλιναγωγείται σύμφωνα με τις ορέξεις του κεφαλαίου και των κατευθυνόμενων πολιτικών. Μια γενιά γεμάτη πτυχία που θα παραδώσει άνευ όρων όσα κερδήθηκαν με αίμα από απλούς εργάτες με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο».

Η αίσθηση του επείγοντος επιτείνεται από το γεγονός ότι «ενώ συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου (μερικής ή πλήρους απασχόλησης) καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες κατά 75% σε ορισμένα τμήματα, στα πλαίσια της «οικονομικής εξυγίανσης», οι πόροι μειώνονται χωρίς όμως οι πάγιες και διαρκείς ανάγκες που αφορούν την εκπαίδευση να έχουν αλλάξει.»

Η άποψη αυτή ανήκει στην αίσθηση που υπάρχει πως αν περάσει το επικείμενο νομοσχέδιο, θα μεταβούμε σε μία μη αναστρέψιμη νέα πραγματικότητα για την παιδεία. Σύμφωνα με το κείμενο διαβούλευσης το οποίο απέστειλε το Υπουργείο παιδείας και παρουσιάζει τον σχεδιασμό της κυβέρνησης για το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης πολλοί (μεταξύ των οποίων και εγώ) διακρίνουν έναν απώτερο σκοπό όπως τον περιγράφει ο κ. Νίκος Ζαχαρόπουλος (Λέκτορας υπό διορισμό – μέλος ΔΕΠ), «Το υπουργείο προωθεί ένα αποικιοκρατικό πρότυπο εκπαίδευσης κατά το οποίο εδώ και χρόνια οι πολιτικές ηγεσίες προετοιμάζουν σταδιακά την παιδεία για ένα απροκάλυπτο ρόλο εγγυητή του κοινωνικού συστήματος μέσω, εν μέρει, της παραγωγής ειδικευμένης εργατικής δύναμης. Έτσι, η εστίαση στην χρησιμοθηρική, άμεσα εξαργυρώσιμη γνώση υποβάλει τους απόφοιτους σε μια διαδικασία “δια βίου μάθησης”, δηλ., σεμιναριακής εργαλειακής εκπαίδευσης και εργασιακής ανασφάλειας μέσω της ακύρωσης των “μίας χρήσης” δεξιοτήτων τους.»

Η πολιτική αυτή κατά την άποψη του κ. Ζαχαρόπουλου, «στερεί την ικανότητα της σκέψης έτσι ώστε διδάσκοντες και διδασκόμενοι να χάνουμε τον προσανατολισμό μας μέσα σε ένα λαβύρινθο διαδικασιών και τεχνικών. Περιθωριοποιείται η μάθηση που αναδεικνύει τις σχέσεις του εαυτού μας με τον φυσικό κόσμο και τον δημόσιο βίο. Οι μαθητές/ φοιτητές αντιμετωπίζονται ως άδεια δοχεία που πρέπει να γεμίσουν με προκαθορισμένη γνώση και ανταμείβονται στον βαθμό που πληρούν τα κριτήρια αναισθησίας – αφασίας: anotherbrickinthewall

Με αφορμή το θέμα αυτό, η κ. Αθηνά Μάγειρα (Διδάσκουσα 407/80) συμβάλλει με ένα απόσπασμα από ανοιχτή επιστολή καθηγητή του πανεπιστημίου Brandeisπρος τον πρόεδρο του αμερικανικού πανεπιστημίου StateUniversityofNewYorkatAlbany σχετικά με την κατάργηση τμημάτων του Πανεπιστημίου στις ανθρωπιστικές και κλασικές σπουδές, στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους 2010/11.

«…μου φαίνεται πως αποτελεί εσφαλμένη αντίληψη η ιδέα πως ένα πανεπιστήμιο θα πρέπει να λειτουργεί σαν επιχείρηση. Δε λέω πως δε θα πρέπει να έχει συνετή διαχείριση, αλλά η ιδέα πως κάθε πανεπιστήμιο θα πρέπει να αυτοσυντηρείται είναι μια ιδέα που έρχεται σε σύγκρουση με τον ίδιο τον ρόλο του πανεπιστημίου. Φαίνεται πως εκτιμάτε προγράμματα σχετικά με την επιχειρηματικότητα – και πρακτικά μαθήματα τα οποία μπορεί να παράγουν καινοτόμο έργο για το οποίο θα έχετε την πνευματική ιδιοκτησία – περισσότερο από «παλιομοδίτικα» προγράμματα σπουδών. Αλλά τα πανεπιστήμια δεν είναι μόνο για να ανακαλύπτουν και να κεφαλαιοποιούν τη νέα γνώση. Οφείλουν επίσης να διατηρούν τη γνώση από το να χαθεί στο πέρασμα του χρόνου και αυτό είναι κάτι το οποίο απαιτεί χρηματική επένδυση.»

Σκιαγραφώντας δύο ακραίους αφορισμούς που προέρχονται από μερίδες της ευρύτερης Ακαδημαϊκής κοινότητας, ο κ. Σπύρος Βοσινάκης (Λέκτορας – μέλος ΔΕΠ) παρατηρεί «Στην Ελλάδα δεν μας αρέσουν πολύ οι διαβαθμίσεις, προτιμούμε να διακρίνουμε τα πράγματα σε άσπρα και μαύρα. Έτσι και με τα Ελληνικά πανεπιστήμια. Από τη μία ακούγεται η άποψη ότι εμείς τα κάνουμε όλα καλά και ούτε  αξιολογήσεις έχουμε ανάγκη ούτε τα πρότυπα του εξωτερικού χρειάζεται να ακολουθήσουμε και ότι το μόνο μας πρόβλημα είναι η υποχρηματοδότηση. Από την άλλη λέγεται ότι τα πανεπιστήμια είναι κέντρα διαφθοράς, οικογενειοκρατίας και παράγεται χαμηλής ποιότητας διδακτικό και ερευνητικό έργο.»

Μία από τις προτάσεις τις κυβέρνησης αφορά στην αξιολόγηση των Πανεπιστημίων για την οποία πολλά μέλη Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων αντιδρούν. Πολλοί αντιδρούσαν ανέκαθεν επί της αρχής. Ακόμα και άλλοι όμως που θα ήταν δεκτικοί σε μια τέτοια πρακτική, αντιδρούν με τα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης που προτείνει το Υπ. Παιδείας. Ωστόσο, υπάρχουν φωνές που επικαλούνται μια πιο ψύχραιμη λογική. Όπως λέει ο κ. Παναγιώτης Κουτσαμπάσης (Λέκτορας – μέλος ΔΕΠ) «Σε μια διαδικασία αξιολόγησης δεν είναι ορθολογικό να εστιάζουμε μόνο στα δυνητικά προβλήματα, αν θέλουμε να είμαστε εποικοδομητικοί. Θα πρέπει να εντοπίσουμε αυτά με τα οποία συμφωνούμε, να διευκρινίσουμε αυτά που δεν καταλαβαίνουμε, να επιχειρηματολογήσουμε εκεί που διαφωνούμε. Τόσο απλά, χωρίς φωνές, κραυγές και συνθήματα. Μπορούμε; Δυστυχώς όχι. Είμαστε προκατειλημμένοι.»… «Κατά τη γνώμη μου είναι ευθύνη της εκάστοτε κυβέρνησης να προτείνει αλλαγές και να τις εφαρμόζει. Και αν θέλουμε να ζούμε σε μια ευνομούμενη πολιτεία είναι δική μας ευθύνη να εφαρμόζουμε τους νόμους (το πνεύμα τους) ακόμα κι αν διαφωνούμε με αυτούς. Αν όλοι μας εφαρμόζαμε τους νόμους σε αυτή τη χώρα, δεν θα είχαμε φτάσει στη βαθειά κοινωνική κρίση που βρισκόμαστε σήμερα.».

Το πρόβλημα με τα Πανεπιστήμια είναι σίγουρα πολυπαραγοντικό. Σίγουρα αν όλα ήταν άρτια, κανένα πρόσχημα της κυβέρνησης και καμία σοφιστεία των ΜΜΕ δεν θα απειλούσε το μέλλον της δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης. Ωστόσο, είναι σημαντικό να δομηθεί ένα αξιόπιστο σύστημα βάσει του οποίου θα μπορούμε να διακρίνουμε περιπτώσεις όπου υπάρχουν, όπως λέει εκ πείρας ο κ. Βοσινάκης «άνθρωποι, ομάδες και εργαστήρια που παράγουν υψηλής ποιότητας έρευνα, διδάσκοντες με πραγματικό ενδιαφέρον να μεταδώσουν τη γνώση και την εμπειρία τους στους φοιτητές και τμήματα που προσφέρουν ουσιαστικές σπουδές.» και ίσως με αυτό τον τρόπο να διεκδικήσουμε την εξυγίανση της ζοφερής εικόνας όπου «το πανεπιστήμιο μοιάζει με μια μεγάλη «παιδική χαρά». Φοιτητές που δεν έχουν πατήσει ποτέ στα έδρανα, που κλείνουν τμήματα με τη βία, που προπηλακίζουν καθηγητές, που «χτίζουν» πόρτες γραφείων, που καθορίζουν τα αποτελέσματα προεδρικών και πρυτανικών εκλογών μετά από συναλλαγές με πολιτικά κόμματα και νεολαίες. Καθηγητές που διορίζονται και εξελίσσονται με ανύπαρκτο ερευνητικό έργο, γιατί είναι καλοί και υπάκουοι ψηφοφόροι στα συλλογικά όργανα και τους αγαπούν οι πρόεδροι, που ασκούν τα διδακτικά τους καθήκοντα πλημμελώς μέσα από παρωχημένα συγγράμματα και σημειώσεις γιατί ποτέ δεν μπήκε κανείς στον κόπο να τους ελέγξει, που οι επιστημονικές τους εργασίες είναι προϊόντα λογοκλοπής και δεν τιμωρήθηκαν ποτέ για αυτό.»… «Και τελικά είναι αυτά τα φαινόμενα που, αν και δεν είναι (ελπίζω) ο κανόνας, καταπιέζουν τους άξιους (διδάσκοντες ή διδασκόμενους) και τους αναγκάζουν να μεταναστεύουν στο εξωτερικό.»

Η κ. Αγγελική Μπρισνόβαλη (μέλος ΕΕΔΙΠ) τονίζει την σημαντικότητα της κατάστασης λέγοντας πως «έχουμε «προσβληθεί» καιρό τώρα και νοσούμε, όσοι δεν το αντιλαμβανόμαστε θα υπολογιστούμε ως φορείς της νόσου και μέρος του προβλήματος, και μέσα από κάποια έξοχη «βιοδιεργασία», είτε θα καταρρίψουμε το οικοδόμημα συθέμελα, είτε θα αυτό-ιαθούμε μέσω κάθαρσης.»

Μια ακόμα παράμετρος που τροφοδοτεί τον γενικότερο προβληματισμό είναι αυτή που προκύπτει από το κείμενο που μοιράζεται μαζί μας ο κ. Φίλιππος Αζαριάδης (Επίκουρος Καθηγητής – μέλος ΔΕΠ) από το βιβλίο κοινωνιολογίας «Εισαγωγή στην Επιστήμη της Κοινωνιολογίας», (Ν. Κουλουγλιώτης, Σύγχρονη Εκδοτική, 1995) και αφορά την υπερπληθώρα φοιτητών στα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα. Το κείμενο είναι εισηγητική έκθεση για το νομοθετικό διάταγμα 4379/1964 (εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Κυβέρνηση Ένωσης Κέντρου 1964), με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου.

“Η χώρα μας έχει ανάγκην επιστημόνων υψηλού επιπέδου εις μεγαλύτερον από τον υπάρχοντα σήμερον αριθμόν. Ούτε η πνευματική, ούτε η οικονομική μας πρόοδος θα πραγματοποιηθή με ταχύν ρυθμόν, εάν δεν αποκτήσωμεν περισσότερους και καλύτερους επιστήμονας. Δύο είναι αι αδύναμίαι, από τα οποίας πάσχει το σύστημα της Ανώτατης μας Εκπαιδεύσεως: Πρώτον τα ιδρύματά της ευρίσκονται συγκεντρωμένα εις τας δύο μεγάλας πόλεις της χώρας, τας Αθήνας και την Θεσσαλονίκην, ενώ η επαρχία στερείται εστιών πνευματικής ακτινοβολίας. Δεύτερον ο φοιτητικός πληθυσμός εις τοιούτον βαθμόν διογκώθή εις τα Πανεπιστήμιά μας, ώστε ούτε η διδακτική εργασία ούτε η διοίκησίς των είναι πλέον δυνατή και σύμφωνος προς τους στοιχειώδεις κανόνες της καλής λειτουργίας».

Σε αντιδιαστολή, το έτος 2011, το υπουργείο παιδείας της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου διενεργεί «δημοσκόπηση» από την οποία προκύπτει μεταξύ άλλων πως «Ένα 67% κρίνει ότι οι εισακτέοι στην ανώτατη εκπαίδευση της χώρας, είναι περισσότεροι από όσους «αντέχει» η χώρα.».

Τι μέλλει γενέσθαι;

Ο κ. Αζαριάδης βοηθάει στην ανασυγκρότηση της σκέψης με μια κινέζικη παροιμία που λέει πως «αν χάσεις τον προορισμό σου ψάξε να βρεις την πηγή σου».

Το ερώτημα για τον κ. Βοσινάκη είναι απλό: «θέλουμε να αφήσουμε την παραπάνω κατάσταση να διαιωνίζεται γιατί ίσως έτσι μας βολεύει, ή θέλουμε να την αλλάξουμε ώστε το πανεπιστήμιο να έχει μια ουσιαστικότερη συνεισφορά στην κοινωνία (από την οποία άλλωστε χρηματοδοτείται); Είναι η αυξημένη φοιτητική συμμετοχή και το άσυλο το πρόβλημα; Είναι μήπως η έλλειψη αξιολόγησης και λογοδοσίας; Η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού; Μήπως είναι το μοντέλο διοίκησης προβληματικό στο σύνολό του; Η υποχρηματοδότηση; Μπορεί να είναι όλα αυτά και πολλά παραπάνω. Το σίγουρο είναι ότι ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο κακός εαυτός μας. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για να τον βρούμε – βρίσκεται μέσα μας και δίπλα μας και απέναντί μας. Ας τον κοιτάξουμε για πρώτη φορά κατάματα.»

Κατά την άποψη του κ. Μουλιανίτη, είναι μεν «καθήκον μας να εμποδίσουμε την πολιτική αυτή η οποία θα οδηγήσει μέσω της παιδείας σε πολίτες μαριονέτες οι οποίοι δεν θα διεκδικούν.»

Όπως προτείνει ο κ. Κουτσαμπάσης, «Έχουμε ευθύνη βέβαια να λέμε τη γνώμη μας και η διαμαρτυρία είναι ένας τρόπος γι αυτό. Αλλά έπειτα ας επιστρέψουμε στο πανεπιστήμιο και ας εργαστούμε σκληρότερα υπό τις όντως αντίξοες συνθήκες. Και ας κάνουμε την αυτοκριτική μας για την κρίση στην παιδεία – όλοι μας έχουμε κάποιο μερίδιο ευθύνης, ίσως μεγαλύτερο από τους πολιτικούς. Όλοι μπορούμε να προσφέρουμε περισσότερα.»

Είναι δε γεγονός, σύμφωνα με την κ. Μπρισνόβαλη , ότι «οι εκπαιδευτικοί είμαστε οι πρώτοι που μπορούμε να είμαστε μέρος της λύσης αλλά χωρίς αυτοκριτική και ανανέωση, αποτελούμε μόνο ένα από τα μεγαλύτερα μέρη του προβλήματος. Αν και η λύση δεν έρχεται από μία κατεύθυνση μόνο, και σίγουρα δεν είναι θεωρητική και ανώδυνη, οφείλουμε να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε περισσότερο, παρά να αντιδρούμε σαν αμοιβάδες.»… «δεν θα βγούμε χαμένοι αν δοκιμάσουμε να αμφισβητήσουμε την ορθότητα του συστήματος των προσωπικών ή και συλλογικών μας δοξασιών ώστε να επιτρέψουμε την δημιουργία νέων μοντέλων σκέψης και δράσης. Είναι αναπόφευκτο, είναι γύρω μας, μας πιέζει!»… «υπάρχει κίνδυνος να μας απομείνει μόνο η διαιωνιζόμενη ψευδαίσθηση του ατομικού κέρδους, υποβασταζόμενη από την απομόνωση και την καλλιέργεια της μετριότητας και της μετριοπάθειας στη χώρα και αυτό, είναι το αδιέξοδό μας, νοητό αλλά και συγκεκριμένο πια.»

Ένα άξιο τέλος σε αυτό το άρθρο είναι τα παρακάτω λόγια του κ. Ζαχαρόπουλου.

«Η ελεύθερη (κυρίως ανώτατη) εκπαίδευση στοχεύει στον ορθολογικό συνδυασμό άμεσα

αξιοποιήσιμης γνώσης αλλά και ανάπτυξης κριτικής σκέψης και ευαισθησίας για την γενικότερη

κατανόηση του κόσμου. Ειδικά στην εποχή μας απαιτείται η ανάπτυξη κριτηρίων που θα

διευκολύνουν την γρήγορη και δημιουργική προσαρμογή στις γρήγορα μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η ουσιαστική δια βίου μάθηση προκύπτει φυσιολογικά ως εσωτερική διεργασία στον άνθρωπο που έχει παιδευτεί μέσα σε ένα σύστημα που παρέχει ευρύτητα πεδίου, γνωστικές ικανότητες, καλλιέργεια της φαντασίας και ανάπτυξη αξιών. Η παιδεία είναι η διεργασία για να γίνουμε αυτό που είμαστε προορισμένοι να γίνουμε: να αποκτήσουμε μια νοοτροπία με χαρακτηριστικά την ελευθερία, την δικαιοσύνη, την ηρεμία, το μέτρο, την σοφία. Κυρίως την ελευθερία από την φυλακή της ημιμάθειας και στενομυαλιάς, την ελευθερία να αναζητούμε κριτικά την αλήθεια αλλά και την αρετή ώστε να μην καταλήξουμε κύμβαλα αλαλάζοντα.»

Πρωτοβάθμια εκπαίδευση – μια ιστορία πολιτικής ανικανότητας

Κάθε βαθμίδα εκπαίδευσης, καλλιεργεί τους ανθρώπους σε διαφορετικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η ανώτατη εκπαίδευση προσφέρει τα εργαλεία για κάποιας μορφής μελλοντικής απασχόλησης ενώ το νηπιαγωγείο, μαθαίνει στα παιδιά την αξία της ευγνωμοσύνης, του σεβασμού, της ομαδικότητας και της κοινωνικότητας. Κάπου εκεί, μετά το νηπιαγωγείο, τα παιδιά φορτώνονται 5 κιλά βιβλία και πέφτουν στο διάβασμα. Όταν σηκώσουν κεφάλι, γίνεται μια ενημέρωση για την ωμή πραγματικότητα από τους γονείς και το σχολείο πριν εγκαταλείψουν τα ταλέντα τους στο παιδικό δωμάτιο, παραδεχθούν πλήρη υποταγή στο φόβο και μπούνε για τα καλά στο τούνελ της απελπισίας (βλέπε συσσωρευμένη οργή τον Δεκέμβρη του Αλέξη Γρηγορόπουλου) και αργότερα σαν ενήλικες, στη μιζέρια της συμβατικότητας και του κομφορμισμού. 35 χρόνια αυτού του διεφθαρμένου παραμυθιού δεν ήταν αρκετά για να αντιληφθούν εκείνοι με την πολιτική εξουσία πως η απουσία ευθυκρισίας, σεμνότητας, σύνεσης και τιμιότητας είναι συνέπεια της αμέλειάς που δείξανε στην καλλιέργεια των αξιών αυτών σε μικρή ηλικία, όταν τα διδάγματα αποδίδουν.

Κάποιοι λένε πως η κρίση των αξιών προηγείται της οικονομικής κρίσης. Αν η φασαρία κοπάσει, ίσως αυτό το ζήτημα να αναδυθεί. Προς το παρών, η συζήτηση για την παιδεία σήμερα, περιορίζεται στις εισαγωγικές εξετάσεις, στην ανώτατη εκπαίδευση, στην εύρεση εργασίας και στον εκπαιδευτικό Καλλικράτη. Συζητάμε δε για την παρούσα κατάσταση, σαν να είναι αποκομμένη από το παρελθόν και σαν να μην πρόκειται να έχει συνέπειες στο μέλλον.

Όταν οι εξελίξεις είναι θετικές, σημαίνει ότι στο παρελθόν, κάποιοι άνθρωποι κάνανε καλά τη δουλειά τους ενώ όταν οι εξελίξεις είναι αρνητικές, κάποιοι άνθρωποι είτε από αμέλεια είτε από δόλο, δεν την κάνανε καλά. Φαίνεται λοιπόν πως ο άνθρωπος είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας για την πρόοδο ή την παρακμή.

Όταν αναφερόμαστε στην ανάπτυξη, πολύ συχνά εννοούμε την ανάπτυξη της τεχνολογίας, την κατανάλωση, την διόγκωση της παραγωγής αγαθών, τη σύσταση θεσμών και άλλα. Αναφερόμαστε στην ανάπτυξη εννοώντας το πνευματικό ή υλικό προϊόν της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όταν δεν υπάρχει προϊόν θεωρείται πως δεν υπάρχει και ανάπτυξη. Η ανάπτυξη που λησμονούμε όμως είναι εκείνη της ανθρώπινης ψυχής. Η ανάπτυξη δηλαδή που γεννάει τις ανθρώπινες προθέσεις προς τους ίδιους και τους άλλους.

Αν θέλουμε μια κοινωνία ευσυνείδητων πολιτών, θα πρέπει να επέμβουμε στις προθέσεις του ατόμου και ως εκ τούτου, στην συνείδησή του και στο πρωτογενές σύστημα αξιών του. Το τελευταίο, προκύπτει σε μικρή ηλικία, όταν οι άνθρωποι μαθαίνουν τα όριά τους, μετράνε τις δυνάμεις τους, παραδειγματίζονται από τους άλλους και γεύονται την πολύπτυχη ζωή τους.

Αν υπάρχει πρόθεση για επένδυση του κράτους στην ποιότητα των μελλοντικών πολιτών τότε θα πρέπει σήμερα να έχουμε πλήρη συνείδηση των παιδικών ερεθισμάτων. Αυτά που βλέπουν, που ακούνε και μαθαίνουν δεν μπορεί παρά να είναι αντικείμενο καθημερινής, αυστηρής, απόλυτης και αδιάκοπης παρακολούθησης, ανταλλαγής απόψεων σε όλα τα επίπεδα και σχεδιασμού. Είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς εάν αυτό ισχύει σήμερα, εάν για παράδειγμα ανοίξει την τηλεόραση το μεσημέρι ή αν μετρήσει τους άδειους χώρους άθλησης σε μια χώρα με τόσο καλό καιρό, βουνά, θάλασσα και ζωντάνια.

Τα πιο συχνά επιχειρήματα είναι πως φταίνε και οι γονείς ή πως υπάρχει ελεύθερη βούληση των παιδιών (ή των γονέων τους) να κλείσουν την τηλεόραση ή να ασχοληθούν με αθλητικές δραστηριότητες. Με αυτό τον τρόπο η πολιτική αρχίζει με το να επιτρέπει τα πάντα και τελειώνει όταν τα εγκαινιάσει! Ωστόσο, μία από τις εξυπνότερες καμπάνιες που θυμάμαι είναι εκείνη για την χρήση της ζώνης ασφαλείας στο αυτοκίνητο και τη φράση «Μπαμπά φόρα ζώνη». Η καμπάνια αφορούσε στις τηλεοπτικές διαφημίσεις και ενημέρωση στο σχολείο. Σε μικρή ηλικία δοκίμασα τη φράση και πέτυχε. Ο πατέρας μου μετά από λίγη γκρίνια φόρεσε ζώνη και δεν την ξαναέβγαλε ποτέ. Άρα το σχολείο είναι απόλυτα ικανό να διορθώσει και να καλλιεργήσει νοοτροπίες που καταλήγουν να επηρεάζουν και τους γονείς.

Αν δεν υπάρχει η τεχνογνωσία στους πολιτικούς φορείς για την σοφή ανασυγκρότηση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, ας γίνει τουλάχιστον ορατή η πρόθεση τους για τον σχεδιασμό του μέλλοντος και τη θεμελίωση της προόδου με το χρήμα. Σίγουρα ο τόπος δεν πρόκειται να δει προκοπή σε 30 χρόνια εάν σήμερα το κράτος αγοράσει 15 νέα πολεμικά αεροσκάφη. Θα δει όμως προκοπή σίγουρα, εάν επενδύσει σε περισσότερο διδακτικό προσωπικό δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους ικανούς μας δασκάλους να αφιερώσουν περισσότερη από την ενέργειά τους στις ιδιαιτερότητες κάθε παιδιού. Δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες που θα επιτρέψουν στους δασκάλους να επικοινωνούν με τους γονείς τον παιδιών και αναλαμβάνοντας το ρόλο του διαμορφωτή συνειδήσεων, του προστάτη και του μέντορα.

Όλες αυτές, είναι απλές σκέψεις που γνωρίζουμε αφού προκύπτουν σε καθημερινές συζητήσεις για την κατάντια του κράτους. Διαρκούν όμως λίγο γιατί αυτές οι συζητήσεις γίνονται από ενήλικες που καίγονται για πιο εφήμερα θέματα βιοπάλης στην καλύτερη περίπτωση και ματαιοδοξίας στην χειρότερη.

Εάν τις γνωρίζουμε εμείς τότε τις γνωρίζουν σήμερα και όσοι είναι σε θέση ισχύος. Πολίτες με το δικαίωμα να αποφασίζουν προς το συμφέρον όλων και την υποχρέωση να προάγουν την κοινή πρόοδο. Γιατί τότε δεν γίνεται τίποτα; Εάν ισχύει πως οι πολιτικοί φορείς γνωρίζουν, τότε η απουσία αποφασιστικής βούλησης για αντικατάσταση της νοοτροπίας που αποδεικνύεται καθημερινά καταστροφική για τους μελλοντικούς πολίτες, μπορεί να ονομαστεί αμέλεια και αν λάβει κανείς υπόψη τις συνέπειες που έχει αυτή η αμέλεια, με τον ασυγκράτητο καταναλωτισμό που οδηγεί στη χρεοκοπία και την φυλακή, την διαφθορά που οδηγεί στην αδικία και τον ατομισμό και σε ακραίες περιπτώσεις στην απόγνωση και τον ψυχίατρο, τότε η αμέλεια αυτή μπορεί να ονομαστεί και εγκληματική. Κάποιοι θα τολμούσαν να ονομάσουνε την αμέλεια αυτή προδοσία, κάθε φορά που μια επιπόλαια πολιτική απόφαση μας οδηγεί προς τα πίσω ή κάθε φορά που το κράτος επιβραδύνει η ανακόπτει μια θετική προσπάθεια προς το κοινό καλό.

Τα σχολεία της χώρας, δημόσια και ιδιωτικά είναι γεμάτα φορείς της ελπίδας και της προόδου. Τι κερδίζει σήμερα το διανοητικά ανάπηρο κράτος μας με τον αδιάκοπο εξαναγκασμό των παιδιών στο διάβασμα και τον ανταγωνισμό στην βραχύπνοη απομνημόνευση πληροφοριών; Για ποίο λόγο το έτος 2010, το σύστημα δεν είναι ικανό να εντοπίσει, να καλλιεργήσει και να αναδείξει τα παιδιά με τα ποικίλα ταλέντα τους; Γιατί δεν υπάρχει περισσότερη μουσική, ζωγραφική και μαστορέματα στα σχολεία, όταν μετά από κάθε περίοδο παρακμής ήταν πάντοτε η τέχνη εκείνη που ενέπνεε την επιστήμη και την πολιτική; Γιατί η μάθηση δεν είναι πιο βιωματική; Ποιος πιστεύει σήμερα πως είναι δείγμα προόδου η θεσμοθετημένη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή στα σχολεία; Όταν το κράτος οδεύει στη χρεοκοπία ούτως ή άλλως, είναι απλά θέμα θαρραλέας απόφασης (απ’ ότι θυμάμαι το θάρρος είναι αρετή) η επένδυση, όχι του 5%, αλλά του 20% του ΑΕΠ στην παιδεία. Αν θέλουμε μέλλον, οι περισσότεροι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι θα πρέπει να επενδυθούν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση για ένα χρονικό διάστημα ικανό να εδραιώσει την αναπτυξιακή νοοτροπία που μας λείπει και ύστερα να αφήσουμε το σύστημα να αναπαράγεται και να προοδεύει. Κοινώς, μέχρι τα παιδιά που προσέξαμε να πάρουν τις πρώτες τους αποφάσεις για τα κοινά. Προτιμάω να πεινάσω εγώ, παρά τα εγγόνια μου. Πιστεύω δεν θα υπάρχει κάποιος υγιής νους που θα προτιμά το αντίθετο. Άλλωστε, είναι μια πρόταση που χαρακτηρίζεται μόνο από πλεονεκτήματα!

Δεν μπορεί αυτή η εγκληματική αδιαφορία να μην εξοργίζει κάθε γονιό, παππού και νέο με δικαίωμα ψήφου. Κάθε μέρα που περνάει, φονεύεται το ταλέντο και το πάθος αναρίθμητων νέων ανθρώπων που είναι την ίδια στιγμή και το μέλλον του τόπου. Αγαπητέ αναγνώστη. Η αφύπνιση δεν αρκεί.